Ἡ ἱστορία της χάνεται στὰ βάθη τῶν χρόνων. Ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ ἦταν ἤδη σὲ γεροντικὴ ἡλικία καὶ οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ ὅτι θὰ τὸν εὐλογήσει καὶ θὰ τὸν δοξάσει, κάνοντάς τον γενάρχη μεγάλου ἔθνους καὶ ὅτι ἀπὸ τὸ σπέρμα του, δηλαδὴ ἀπὸ κάποιον σπουδαῖο ἀπόγονό του, θὰ εὐλογηθοῦν ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς, ὄχι μόνο δὲν εἶχαν ἀκόμα ἐκπληρωθεῖ, ἀλλὰ καὶ δὲν διαφαινόταν ἀνθρωπίνως καμμιὰ προοπτικὴ ἐκπλήρωσής τους.
Ἡ σύζυγός του ἡ Σάρρα εἶχε ἀναγκαστεῖ νὰ καταφύγει στὸ ὕστατο νόμιμο μέσο ποὺ τῆς ἐπέτρεπαν τὰ οἰκογενειακὰ θέσμια τῆς ἐποχῆς, γιὰ νὰ θεωρηθεῖ, ἔστω καὶ νομικά, μητέρα: Δίνει τὴ δούλη της, τὴν Αἰγύπτια Ἄγαρ, στὸν Ἀβραὰμ γιὰ νὰ τεκνοποιήσει μαζί της.
Πράγματι ὁ Ἀβραὰμ ἀποκτάει ἀπὸ τὴν Ἄγαρ τὸν Ἰσμαήλ, ὅμως καὶ πάλι ὁ Θεὸς τοῦ λέγει, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ κληρονομήσει τὰ ὑπεσχημένα, ἀλλὰ ὁ γιὸς