...Νιώθω
να σε χάνω στην ομίχλη του όχλου…
Αυτού του όχλου που με παλούκια και καρφιά, λυσσομανά να σταυρώσει το λεπτό σου κορμί. Να το εξαφανίσει από προσώπου γης.
Μαμωνάς.
Τα τριάκοντα αργύρια ενεργούν από τα σκοτεινά τους βάθη…
Τα
παιχνίδια της εξουσίας πονηρά. Δεν τα χωράει ο νους μου. Ποιος σε πρόδωσε
πατρίδα μου; Ποιος σε προδίδει τώρα; Ποια άνομη βουλή βάλθηκε να ξεπουλήσει το
όνειρό σου το όμορφο, και στη θέση του να βάλει κουρέλια και απελπισία και
θάνατο;
Βλέπω
τα καταγάλανα ακρογιάλια σου... και στο γύρισμα του νερού, αργοσαλεύει το ματωμένο
συναίσθημα του πόνου…
Αγναντεύω
τα ψηλά σου βουνά ... και ανάμεσα στα πεύκα, τις οξιές και τις μυρσίνες, ακούω τη βοή της προδοσίας και του
ξεπεσμού…
Τόσες
παλιές δόξες… Τόση τιμή… Τόση πίστη… Πού πήγαν οι υπερασπιστές σου πατρίδα μου;
Ανάμεσα
στον θολωμένο όχλο, οι χρωματιστοί σου ιππότες…
Οι
λαμπροφορεμένοι, χρωματιστοί σου ιππότες…. Που δεν πείθουν… Τα μάτια τους, το νιώθω κρύβουν
την αλήθεια… Πώς να τους εμπιστευτείς;