Παραπονέθηκε ό Κύριος για τον εκλεκτό λαό Του λέγοντας: Τούς χτυπώ άλλα δεν τους πονάει. Χτύπησε ό Κύριος την Ευρώπη στον αιώνα μας με δύο πολέμους και δεν γνωρίζουμε αν την πόνεσε. Χτύπησε ό Κύριος τη χώρα μας και στους δύο παγκόσμιους πολέμους πιο βαριά από κάθε άλλη χώρα. Πόνεσε ό λαός μας; Πόνεσε και κατάλαβε πώς τον χτύπησε ό Κύριος, λόγω των αμαρτιών του. Έτσι κατάλαβε πώς είναι καλό να αλλάξει, να εξαγνιστεί, να ισιώσει. Τί σημαίνει ισιώνω; Ισιώνει εκείνος πού στράβωσε, κύρτωσε. Ή Δύση ολόκληρη είναι κυρτωμένη σαν εκείνη την συγκύπτουσα γυναίκα, πού για δεκαοκτώ χρόνια περπατούσε έχοντας το κεφάλι της στα γόνατα.
Ό λαός μας στην αρχή κοίταζε την Ευρώπη με τρόμο και λύπη, άλλα στη συνέχεια συνήθισε την περηφάνια της και μετά και ό ίδιος καμπούριασε. Στην αρχή οι Σέρβοι έλεγαν: Δεν πρέπει να είμαστε απλοί Βαλκάνιοι, άλλα να είμαστε σύγχρονοι, να παρακολουθούμε τη μόδα και την Ευρώπη.
Πρέπει να κυρτώσουμε, να καμπουριάσουμε... υπάρχει στο καμπούριασμα μία ομορφιά πού δεν μπορούν να την δουν οι απλοί Βαλκάνιοι... Έτσι σκεφτόταν ό σερβικός λαός και λησμόνησε τον ηρωισμό του, ξέχασε πώς δοξάστηκε ακριβώς για το λόγο ότι στεκόταν όρθιος, ξέχασε πώς δοξάστηκε, επειδή για πεντακόσια χρόνια δεν έσκυψε το κεφάλι του στους Τούρκους. Όταν όμως ελευθερώθηκε από τούς Ασιάτες, σε πενήντα χρόνια κύρτωσε υπό την επιρροή της Ευρώπης, τόσο πού ούτε τα παιδιά αναγνώριζαν τούς παππούδες τους, ούτε οι παππούδες τα εγγόνια τους. Όλα αυτά τα είδε το μάτι του Κυρίου και γι' αυτό το λόγο το χέρι Του μας χτύπησε βαριά για να εγκαταλείψουμε το λανθασμένο δρόμο πού πήραμε.
Εμείς όμως δεν τον εγκαταλείψαμε. Τόσο στραβώσαμε, κυρτώσαμε τα τελευταία εβδομήντα χρόνια, πού θα μπορούσαμε να σπάσουμε τη μέση μας παρά να σταθούμε όρθιοι.
Άλλα, δεν κύρτωσαν και δεν καμπούριασαν όλοι οι Σέρβοι, υπήρχαν και πολλοί πού έμειναν όρθιοι και αυτοί με απορία αναρωτιόντουσαν:
Τί είναι ή Ευρώπη; Γιατί μας προσέλκυσε τόσο;