Το 1922 ήρθε από την Μικρασία με τους
πρόσφυγες ένα ορφανό Ελληνόπουλο, που τον έλεγαν Συμεών. Εγκαταστάθηκε
στο Πειραιά σε μια παραγκούλα και ζούσε εκεί μόνο του. Είχε ένα
καροτσάκι και έκανε τον αχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στο
λιμάνι.Γράμματα δεν ήξερε ούτε πολλά πράγματα από την πίστη μας. Είχε
την μακάρια απλότητα και πίστη απλή και απερίεργη. Όταν ήλθε σε ηλικία
γάμου νυμφεύθηκε, έκανε δυό παιδιά και μετακόμισε με την οικογένειά του
στη Νίκαια.
Κάθε πρωί λοιπόν, πήγαινε στο λιμάνι του Πειραιά για να βγάλει το ψωμάκι του. Είχε όμως μια συνήθεια.
Το πρωί, όταν περνούσε από το ναό του αγίου Σπυρίδωνος, έμπαινε μέσα,
στεκόταν μπροστά στο τέμπλο, έβγαζε το καπελάκι του και έλεγε:
– «Καλημέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Βοήθησέ με να βγάλω το ψωμάκι μου». …
Το βράδυ που τελείωνε τη δουλειά του