π. Δημητρίου Μπόκου
«…καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα
λευκανῶ,
ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ» (Ἡσ. 1, 18)
Δυο μεγάλα κακά σε
μια και μόνο μέρα ήταν πολλά, ακόμα και για τον μεγάλο άρχοντα.
Πίστευε πως ήταν ο
πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου και δεν τό ’κρυβε καθόλου μάλιστα. Στην
εσχατιά της γης όπου βασίλευε, άνθιζε, έργο των χειρών του, ένας επίγειος
παράδεισος. Με αξιοθαύμαστη μαεστρία είχε καταφέρει να εξασφαλίσει μακρά και
αδιασάλευτη ειρήνη στο μικρό του βασίλειο, μένοντας φανατικά ουδέτερος και
ξένος μπρος στους ολέθριους ανταγωνισμούς των μεγάλων. Οι άνθρωποί του πρόκοβαν
στα έργα της ειρήνης, απολαμβάνοντας μια ήσυχη χαρούμενη ζωή. Η γη τους έλεγαν
πως έτρεχε μέλι και γάλα. Παρατημένοι και φτωχοί, ήταν φιγούρες άγνωστες στον
τόπο τους. Οι δάσκαλοι είχαν σβήσει από τα λεξικά τους λέξεις όπως ανάγκη,
φτώχεια, εκμετάλλευση, έγκλημα. Κακοποιά στοιχεία ήταν από τα είδη που δεν
ευδοκιμούσαν στη χώρα τους. Ο λαός λάτρευε τον άρχοντά του. Και ο καλός
βασιλιάς χαιρόταν γι’ αυτό και τους φρόντιζε κάθε μέρα και περισσότερο.
Μα πρώτα απ’ όλα, ο
βασιλιάς και η βασίλισσα χαίρονταν την αγαπημένη τους μοναχοκόρη, την πανέμορφη
βασιλοπούλα. Μακάριζαν τον εαυτό τους που η εύνοια του Θεού τούς τη χάρισε. Η
ζεστή παρουσία της γέμιζε τη ζωή τους. Μα και η καλοσύνη της δε γνώριζε
τσιγκουνιά. Το γλυκό χαμόγελο της καλής αρχοντοπούλας ήταν φως λαμπερό για
όλους. Απλωνόταν και πέρα απ’ το βασιλικό ανάκτορο, αγκάλιαζε την όμορφη χώρα
τους, ζέσταινε με γλυκειά χαρά την κάθε καρδιά στο μικρό βασίλειο. Το βασιλικό
ζευγάρι υπεραγαπούσε την κόρη του, ο λαός λάτρευε τη μέλλουσα βασίλισσά του. Ο
βασιλιάς, με τη σύμφωνη γνώμη της κόρης του, είχε δώσει κιόλας γι’ αυτήν τον
λόγο του, στον πρίγκιπα της γειτονικής χώρας.
Μα στην καρδιά του
άρχοντα φώλιαζε και μια μεγάλη ακόμη αδυναμία, που άκουγε στη μαγική λέξη: