Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020
Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2020
Ψυχοσάββατο
Από Νέον Λειμωνάριον Αγίου Αθανασίου Παρίου
Το Σάββατο αυτό οι θειότατοι πατέρες θέσπισαν να μνημονεύουμε όλους τους ευσεβώς κοιμηθέντες όλων των αιώνων.
Επειδή πολλοί πέθαναν ξαφνικά και στην ξενιτιά και με κάθε είδους θάνατο, και πολλοί ήταν ίσως φτωχοί, και δεν αξιώθηκαν τις καθορισμένες ψαλμωδίες και τα μνημόσυνα, οι άγιοι πατέρες από φιλανθρωπία θέσπισαν, η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία να κάνει μνημόσυνα κοινά για όλους, για να περιλαμβάνονται σε αυτά και όσοι για κάποιο λόγο δεν τούς έγιναν τα συνηθισμένα μνημόσυνα. Αυτό το παρέλαβαν από τους ιερούς αποστόλους, διότι αυτά που γίνονται για τους κεκοιμημένους προξενούν σε αυτούς μεγάλη ωφέλεια.
Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι, επειδή την επόμενη μέρα θα έβαζαν την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού,μνημονεύουν όπως αρμόζει και τις ψυχές, σαν να παρακαλούν κατά κάποιο τρόπο τον φοβερό και αλάνθαστο κριτή να δείξει σε αυτές τη συνηθισμένη συμπάθειά του και να τις κατατάξει στην τρυφή, που ο ίδιος υποσχέθηκε.
Και επιπλέον, επειδή την επόμενη Κυριακή οι άγιοι πατέρες θα βάλουν την εξορία του Αδάμ, σκέφτηκαν με την παρούσα κατάπαυση (το Σάββατο των ψυχών) να βάλουν κάποια κατάπαυση και κάποιο τέλος όλων των ανθρωπίνων, ώστε την επόμενη Κυριακή να αρχίσουν από την αρχή. Διότι το τελευταίο απ’ όλα τα σχετικά μ’ εμάς είναι η εξέταση των πράξεών μας από τον αδέκαστο κριτή.
Τη μνημόνευση των ψυχών την κάνουμε πάντοτε το Σάββατο, επειδή η λέξη Σάββατο στα εβραϊκά σημαίνει κατάπαυση.
Καθώς λοιπόν οι πεθαμένοι κατέπαυσαν
Ἡ ἐποποιΐα τοῦ Μπιζανίου - ἐφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» 29/1/1913

Η ΝΥΚΤΑ ΕΙΣ ΤΑΣ ΠΡΟΦΥΛΑΚΑΣ
Οἱ τραυματίαι τῆς Ἠπείρου ἀφηγοῦνται διὰ τὴν ζωήν των εἰς τὸ στρατόπεδον:
Τὴν ἡμέραν, ὅσοι εὑρίσκονται εἰς τὰς προφυλακὰς, μένουν διαρκῶς κρυμμένοι πίσω ἀπὸ τὰ προχώματα. Οὔτε σηκώνονται ἐπάνω, οὔτε κυκλοφοροῦν διόλου. Οἱ ἄλλοι εὑρίσκονται πίσω ἀπὸ ὑψώματα.
Τὴν νύκτα γίνονται ἀλλαγαὶ τῶν προφυλακῶν, διανέμεται συσσίτιον καὶ ἐκτελοῦνται ἐν γένει ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι , τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις εἶνε ἀδύνατος τὴν ἡμέραν, ἐπειδἠ οἱ ἄνδρες εἶνε ὁρατοὶ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸν.
Ἡ ζωή τῶν προφυλακῶν ἔχει τροποποιειθεί ὥστε να αγρυπνοῦν τὴν νύκτα καὶ νὰ κοιμοῦνται τὴν ἡμέραν. Ἐκτὸς παρατηρητῶν ἐν ὑπηρεσία τὴν ἡμέραν οἱ λοιποὶ κοιμοῦνται.
Ο ΥΠΝΟΣ
Εἰς τὰς ἐρωτήσεις μας οἱ διὰ τὸν τρόπον τοῦ ὕπνου των οἱ τραυματίαι ἀπαντοῦν :
-Πέρα εἰς τὴν γραμμὴν τὰ πράγματα εἶνε διαφορετικά. Ἐκεῖ ὅμως κοιμῶνται μὲ τὰ ἀντίσκηνα καὶ τὶς κουβέρτες ὡς στέγην. Βοηθοῦν καὶ τὰ πουρνάρια καὶ αἱ πέτρες, μὲ τὰς ὁποίας περιστοιχίζομεν τὰ μἐρη ὅπου μένομεν. Ὅταν βρέχῃ, τότε τὸ πράγμα εἶνε ἐνοχλητικόν. Ἐπίσης ὅταν χιονίζῃ. Ἐπανειλημμένως τὸ χιόνι εἶχε σκεπάσει καὶ μᾶς καὶ τὰ ἀντίσκηνα μας καὶ ὅλα. Εἶνε κάπως κουραστικὸν ἀκόμη καὶ τὸ νὰ μένῃ κανεὶς πίσω ἀπὸ τὸ χαράκωμά του ἀκίνητος. Τὸ πρᾶγμα εἶνε περισσότερον ὑποφερτόν, ὅταν μένωμεν σὲ προχώματα, Τουρκικὰ πρὶν, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνομεν. Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν φροντίσει ἀπὸ καιρὸν νὰ τὰ φτιάσουν ἀρκετὰ ἀναπαυτικά. Εἶνε σκαμμένα βαθύτατα, ὥστε κατορθώνει κανεὶς νὰ στέκεται μέσα ὄρθιος καὶ νὰ πυροβολῇ.
ΠΩΣ ΤΡΕΦΟΝΤΑΙ
- Ἀπὸ ἀπόψεως διατροφῆς πῶς περνᾶτε ; ἐρωτῶμεν τοὺς τραυματίας.
Οἱ τραυματίαι τῆς Ἠπείρου ἀφηγοῦνται διὰ τὴν ζωήν των εἰς τὸ στρατόπεδον:
Τὴν ἡμέραν, ὅσοι εὑρίσκονται εἰς τὰς προφυλακὰς, μένουν διαρκῶς κρυμμένοι πίσω ἀπὸ τὰ προχώματα. Οὔτε σηκώνονται ἐπάνω, οὔτε κυκλοφοροῦν διόλου. Οἱ ἄλλοι εὑρίσκονται πίσω ἀπὸ ὑψώματα.
Τὴν νύκτα γίνονται ἀλλαγαὶ τῶν προφυλακῶν, διανέμεται συσσίτιον καὶ ἐκτελοῦνται ἐν γένει ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι , τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις εἶνε ἀδύνατος τὴν ἡμέραν, ἐπειδἠ οἱ ἄνδρες εἶνε ὁρατοὶ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸν.
Ἡ ζωή τῶν προφυλακῶν ἔχει τροποποιειθεί ὥστε να αγρυπνοῦν τὴν νύκτα καὶ νὰ κοιμοῦνται τὴν ἡμέραν. Ἐκτὸς παρατηρητῶν ἐν ὑπηρεσία τὴν ἡμέραν οἱ λοιποὶ κοιμοῦνται.
Ο ΥΠΝΟΣ
Εἰς τὰς ἐρωτήσεις μας οἱ διὰ τὸν τρόπον τοῦ ὕπνου των οἱ τραυματίαι ἀπαντοῦν :
-Πέρα εἰς τὴν γραμμὴν τὰ πράγματα εἶνε διαφορετικά. Ἐκεῖ ὅμως κοιμῶνται μὲ τὰ ἀντίσκηνα καὶ τὶς κουβέρτες ὡς στέγην. Βοηθοῦν καὶ τὰ πουρνάρια καὶ αἱ πέτρες, μὲ τὰς ὁποίας περιστοιχίζομεν τὰ μἐρη ὅπου μένομεν. Ὅταν βρέχῃ, τότε τὸ πράγμα εἶνε ἐνοχλητικόν. Ἐπίσης ὅταν χιονίζῃ. Ἐπανειλημμένως τὸ χιόνι εἶχε σκεπάσει καὶ μᾶς καὶ τὰ ἀντίσκηνα μας καὶ ὅλα. Εἶνε κάπως κουραστικὸν ἀκόμη καὶ τὸ νὰ μένῃ κανεὶς πίσω ἀπὸ τὸ χαράκωμά του ἀκίνητος. Τὸ πρᾶγμα εἶνε περισσότερον ὑποφερτόν, ὅταν μένωμεν σὲ προχώματα, Τουρκικὰ πρὶν, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνομεν. Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν φροντίσει ἀπὸ καιρὸν νὰ τὰ φτιάσουν ἀρκετὰ ἀναπαυτικά. Εἶνε σκαμμένα βαθύτατα, ὥστε κατορθώνει κανεὶς νὰ στέκεται μέσα ὄρθιος καὶ νὰ πυροβολῇ.
ΠΩΣ ΤΡΕΦΟΝΤΑΙ
- Ἀπὸ ἀπόψεως διατροφῆς πῶς περνᾶτε ; ἐρωτῶμεν τοὺς τραυματίας.
Τά πήραμε τά Γιάννενα
Τα πή… μάνα μ’ τα πήραμε τα Γιάννενα,
τα πήραμε τα Γιάννενα μάτια πολλά το λένε
όπου γελούν και κλαίνε.
Το λέν’ μάνα μ’ το λέν’ οι κούκοι στα βουνά,
το λέν’ οι κούκοι στα βουνά και οι πέρδικες στα πλάγια
και οι πέρδικες στα πλάγια.
Το λέει μάνα μ’ το λέει κι ο πετροκότσιφας,
το λέει κι πετροκότσιφας σ’ ένα χλωρό κλαράκι
σ’ ένα χλωρό κλαράκι.
Το λέν’ μάνα μ’ το λένε και οι Γιαννιώτισσες,
το λένε και οι Γιαννιώτισσες που ζούσαν σκλαβωμένες
χρόνια πολλά οι καημένες.
Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020
Ἡ Ἁγία Φιλοθέη Ἡ Πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν

Ἡ ἁγία Φιλοθέη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ γονιοὺς ἄρχοντες, μοναχοπαίδι τοῦ Ἀγγέλου Μπενιζέλου καὶ τῆς Συρίγας. Φιλοθέη ὀνομάσθηκε ὅταν ἔγινε καλογρηά, ἀλλὰ τὸ πρῶτο ὄνομά της ἦταν Ρεβούλα. Ἡ μητέρα της ἤτανε στείρα καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τῆς δώσει τέκνο, καὶ μία νύχτα εἶδε πὼς βγῆκε ἀπὸ τὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας ἕνα φῶς δυνατὸ καὶ πὼς μπῆκε στὴν κοιλιά της. Κι᾿ ἀληθινά, τὸ φῶς ἐκεῖνο ἤτανε ἡ ἁγιασμένη ψυχ;h τῆς κόρης ποὺ γέννησε σ᾿ ἐννιὰ μῆνες. Ἀπὸ μικρὴ φανέρωνε μὲ τὰ φερσίματα καὶ μὲ τὰ αἰσθήματά της ποιὰ θὰ γινότανε ὑστερώτερα, στολισμένη μὲ κάθε λογῆς ἀρετή. Στὴν εὐσέβεια εἶχε γιὰ ὁδηγό της τὴν ἴδια τὴ μητέρα της ποὺ ἤτανε εὐλαβέστατη.
Φτάνοντας σὲ ἡλικία δώδεκα χρονῶν τὴ ζήτησε γιὰ γυναίκα κάποιος ἄρχοντας τοῦ τόπου, μὰ ἡ κόρη δὲν ἤθελε νὰ παντρευθεῖ. Ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ γονιοί της τὴν παρακαλούσανε, ἡ τρυφερὴ ψυχή της δὲν βάσταξε νὰ τοὺς λυπήσει καὶ νὰ τοὺς παρακούσει καὶ στὸ τέλος παραδέχθηκε νὰ πανδρευθεῖ μὲ ἐκεῖνον τὸν πλούσιο ἄνθρωπο, ποὺ ἤτανε ὅμως πολὺ φτωχὸς στὴν ψυχή, διεστραμμένος καὶ κακός. Τρία χρόνια ἔζησε μαζί του ἡ Ρεβούλα κάνοντας ὑπομονὴ στὰ ἀπότομα φερσίματά του, ὡς ποὺ ὁ ἄνδρας της πέθανε κι᾿ ἀπόμεινε χήρα. Οἱ γονιοί της θελήσανε νὰ τὴν ξαναπανδρέψουνε, μὰ αὐτὴ τοὺς εἶπε καθαρὰ πὼς ἔταξε νὰ γίνει καλόγρηα.
Σὰν πεθάνανε οἱ γονιοί της, δέκα χρόνια ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ χήρεψε, δόθηκε ἐλεύθερα στὴν ἄσκηση, μὲ νηστεῖες, προσευχές, ἀγρύπνιες καὶ ἐλεημοσύνες. Κατήχησε τὶς ὑπηρέτριές της καὶ τὶς ἔκανε δοχεῖα τοῦ Πνεύματος. Κατὰ θέλημα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ εἶδε στὸν ὕπνο της,
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)