Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020
Ἡ Χαρὰ τῶν Χριστιανῶν
Η Παναγία και ο Λαός, κείμενο του Φώτη Κόντογλου
Ο Ρήγας Φεραίος λέγει: «Να κάνουμε τον όρκο / απάνω στο Σταυρό". Ένας άλλος ποιητής γράφει: «Για της πατρίδας την ελευθερία / για του Χρίστου την πίστη την αγία / γι' αυτά τα δύο πολεμώ, / μ' αυτά να ζήσω επιθυμώ_ / κι αν δεν τα αποχτήσω / τι μ' ωφελεί να ζήσω;».
Του Σολωμού η ψυχή είναι θρεμμένη με τη θρησκεία, γι' αυτό μοσκοβολούνε τα ποιήματα του από δαύτη. Κι αυτή τη μοσκοβολιά τη νιώθει κανένας στην Ημέρα της Λαμπρής, στη Δέηση της Μαρίας, στη Φαρμακωμένη, Εις Μοναχήν, στον Ύμνο της Ελευθερίας, στο Διάλογο και σε πολλά άλλα.
Οι αγράμματοι ποιητές των βουνών, μέσα στα τραγούδια πού κάνανε, και που δε θα τα φτάξει ποτέ κανένας γραμματιζούμενος, μιλάνε κάθε τόσο για τη θρησκεία μας, για το Χριστό, για την Παναγιά, για τους δώδεκα Αποστόλους, για τους αγίους. Πολλές παροιμίες και ρητά και λόγια που λέγει ο λαός μας, είναι παρμένα από τα γράμματα της Εκκλησίας.
Η Ρωμηοσύνη είναι ζυμωμένη με την Ορθοδοξία, γι' αυτό Χριστιανός κ' Έλληνας ήτανε το ίδιο. Από τότε που γινήκανε χριστιανοί οι Έλληνες, πήρανε στα χέρια τους τη σημαία του Χριστού και την κάνανε σημαία δική τους: Πίστις και Πατρίς! Ποτάμια ελληνικό αίμα χυθήκανε
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020
Πού είναι η πίστη σου; Ζωντανοί στην πίστη, έμπρακτοι στην αγάπη...
Σάββατο 8 Αυγούστου 2020
Διδαχή την Θ΄ Κυριακή του Ματθαίου για τη βοήθεια του Θεού στον άνθρωπο που θλίβεται (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

Ο ΑΓΙΟΣ απόστολος Πέτρος, όπως ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο, όταν είδε κάποτε τον Κύριο να βαδίζει πάνω στην τρικυμισμένη θάλασσα, Του είπε: «Δώσε μου εντολή να έρθω κοντά Σου περπατώντας πάνω στα νερά». Και παίρνοντας την εντολή από τον παντοδύναμο Κύριο, κατέβηκε από το καΐκι, όπου βρισκόταν, και άρχισε να βαδίζει πάνω στα νερά, τα οποία ήταν σαν να είχαν στερεοποιηθεί κάτω από τα πόδια του. Όσο πίστευε ο Πέτρος στην εντολή του Κυρίου, όσο ήταν προσηλωμένος με τον νου και την καρδιά του σ’ αυτή την εντολή, βάδιζε πάνω στο υγρό στοιχείο όπως στη στεριά. Αλλά ο άνεμος ήταν πολύ δυνατός και τα κύματα σηκώνονταν ψηλά. Ο Πέτρος, στρέφοντας την προσοχή του σ’ αυτά, άφησε να εισχωρήσει μέσα του κάποιος φόβος, φόβος που από έναν επιφανειακό κριτή θα χαρακτηριζόταν φυσικός και εύλογος. Τότε, όμως, άρχισε να βουλιάζει. «Κύριε, σώσε με!», κραύγασε στον Χριστό. Κι Εκείνος, απλώνοντάς του το χέρι, τον έσωσε από τον πνιγμό, λέγοντας: «Ολιγόπιστε, γιατί σε κυρίεψε ή αμφιβολία;».
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς Θ΄ Ματθαίου (Ματθ. ιδ΄ 22-34)
ῶ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠνάγκασεν ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ᾿ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος. τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα. ὁ δὲ εἶπεν, ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν. βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. εὐθέως δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας; καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος· οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ. Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ.
Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020
Η ΘΕΪΚΗ ΦΩΤΟΧΥΣΙΑ
Η παράδοση του νόμου του Θεού, των δέκα εντολών, στον προφήτη Μωυσή, έγινε μέσα σε συγκλονιστικές συνθήκες που κατατρόμαξαν τους Ισραηλίτες. Το όρος Σινά τυλίχτηκε με φωτιά και καπνούς. Σκεπάστηκε με γνόφο, σκοτεινή νεφέλη. Βροντές και αστραπές, αλλά και δυνατά σαλπίσματα ηχούσαν πολύ δυνατά. Ο Θεός κατέβηκε στην κορυφή του όρους και κάλεσε τον Μωυσή να ανεβεί εκεί. Ο Μωυσής εισήλθε στον γνόφο και έμεινε σαράντα ημερόνυχτα στο όρος, κατά τα οποία «άρτον ουκ έφαγε και ύδωρ ουκ έπιε». Συνομίλησε με τον Θεό, αξιώθηκε να δει «τα οπίσω» της δόξας του και όχι το πρόσωπό του, και έλαβε τις λίθινες πλάκες της Διαθήκης, γραμμένες θαυματουργικά «δακτύλω του Θεού».
Κατεβαίνοντας από το Σινά με τις πλάκες του νόμου στα χέρια του ο Μωυσής δεν είχε αντιληφθεί ότι το πρόσωπό του έλαμπε. Το είδαν πρώτοι ο Ααρών και οι πρεσβύτεροι, οι άρχοντες του Ισραήλ και φοβήθηκαν να τον πλησιάσουν. Ο Μωυσής τους κάλεσε κοντά του.