Η προσευχή της Εκκλησίας έχει τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε και αν ακόμη είμαστε πιο άφωνοι και από τις πέτρες, θα μπορούσε να κάνει τη γλώσσα μας πιο ελαφρά από το φτερό.
Μαρτυρία Σάντρε Τσιπάνοβιτς - Νεωκόρος της Εκκλησίας του Αγίου Κλημεντίου στην Αχρίδα της Σερβίας ~
Εκείνος ο οποίος κυριαρχεί επί του εαυτού του και συγκρατεί την οργή του, είναι καλύτερος από εκείνον που καταλαμβάνει πόλη. (Παροιμίες 16,32)
Καθένας που
βρίζεται ή υποφέρει από κάτι φοβερό, να υποφέρει με πραότητα τις βρισιές
και να συγκρατεί την οργή του, γιατί συγκρατώντας την οργή του,
πρόκειται να γίνει μιμητής του Θεού.
Εκείνος που απομάκρυνε την
οργή, απαλλάχθηκε από όλα τα κακά. Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο
ενοχλητικό, τίποτα πιο φορτικό, τίποτα πιο άσχημο, από έναν οργισμένο
άνθρωπο.
Δεν βλέπεις στα σπίτια, που όταν φυσάει ο άνεμος και υπάρχουν δύο πόρτες ανοιχτές δημουργείται ρεύμα, ενώ αν κλείσεις την μία πόρτα, τότε καταστέλλεται το μεγάλο μέρος της δυνάμεως του ανέμου; Έτσι και τώρα υπάρχουν δύο πόρτες, το στόμα το δικό σου και το στόμα εκείνου που σε βρίζει και σε προσβάλλει. Εάν κλείσεις το δικό σου στόμα και δεν αφήσεις αντίθετο άνεμο, έσβησες όλη την δύναμη του ανέμου.
Ό,τι είναι για τη φωτιά το νερό, το ίδιο είναι και για το θυμό η
Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιός
Ὅ,τι καί νά γράφουμε τόπο δέν πιάνει. Γι’ αὐτό καλύτερα νά στραφοῦμε στίς πατραγαθίες καί δή στό «ἅγιο βῆμα» τῆς ἱστορίας μας, τήν Ἁγιασμένη Ἐπανάσταση τοῦ ’21. Ἀπό ἐκεῖ πρέπει νά πιάσουμε τό νῆμα… Παρηγορία καί θάρρος. Μοσχοβολοῦν τά καριοφίλια καί τά πετραχήλια. Νά ἀρχίσει νά βροντολαλεῖ καί πάλι στήν καρδιά τοῦ Ἑλληνισμοῦ τό μπαρούτι τοῦ Εἰκοσιένα, τώρα πού πολλά «θερία πολεμοῦν νά μᾶς φᾶνε»…
Ὅταν ἔφτασε στήν γυναίκα τοῦ Μάρκου Μπότσαρη, τό πικρό μαντάτο γιά τόν ἡρωικό θάνατο τοῦ ἄνδρα της, ἔτυχε νά χτενίζει τόν γιό της, τόν Δημήτριο, ἀγόρι ἕντεκα ἐτῶν. Ἄρχισε νά μοιρολογεῖ. Ὁ μικρός Σουλιώτης δέν τήν ἄφηνε νά κλαίει. Ὁ πατέρας, τῆς ἔλεγε, σκοτώθηκε γιά τήν πατρίδα καί ἡ ψυχή του θά πάει στόν παράδεισο. Μήν κλαῖς! Νά μήν φορέσεις μαῦρα καί νά μέ ἀφήσεις νά πάω... στόν θεῖο μου, (τόν Νότη Μπότσαρη), νά πολεμήσω μαζί του. Νά μοῦ δώσεις ἅρματα καί ἄλογο, μπορῶ νά τά κρατῶ. Θέλω νά πάρω ἐκδίκηση γιά τό αἷμα τοῦ πατέρα μου…
Ὅσοι ἀγαποῦν τήν πατρίδα μας, αὐτό τό «πέτρινο ἀκρωτήρι στή Μεσόγειο, πού δέν ἔχει ἄλλο ἀγαθό παρά τούς ἀγῶνες τοῦ λαοῦ της, τήν θάλασσα καί τό φῶς τοῦ ἥλιου» (Σεφέρης), θλίβονται καί πικραίνονται γιά τό τωρινό κατάντημά της.
Τά συμπτώματα τῆς παρακμῆς εἶναι ἐμφανέστατα. Κράτος – ζήτουλας τῆς οἰκουμένης, τετρομαγμένο καί δανειοσυντήρητο. Πολίτες, ἕνας ὁλόκληρος λαός, πανικοβλημένοι, ἀπογοητευμένοι καί, τό χειρότερο, πού δέν σέβονται, δέν συμπονοῦν, δέν ἀγαποῦν τήν πατρίδα τους. Σεργιανίζουν οἱ Τοῦρκοι στό Αἰγαῖο, μαγαρίζουν