Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020
...καθόσον ἡ ἐπιστροφή ἔχει ἀνάγκη ἀπό πολλή ταπείνωση...
«Όπως όταν φανεί το φως υποχωρεί το σκοτάδι, έτσι και από τη μυρωδιά της ταπεινώσεως εξαφανίζεται κάθε πικρία και θυμός… Τίποτε άλλο δεν είναι τόσο ακατάλληλο σε εκείνους που μετανοούν, όσο το τάραγμα από το θυμό, καθόσον η επιστροφή έχει ανάγκη από πολλή ταπείνωση, ενώ ο θυμός είναι απόδειξη της κάθε είδους υπερηφάνειας… Οι αιτίες που με γεννούν (εμένα το Θυμό) είναι πολλές, και ο πατέρας μου δεν είναι ένας. Οι μητέρες μου είναι η κενοδοξία, η φιλαργυρία, η γαστριμαργία, και μερικές φορές και η πορνεία. Εκείνος που με έχει γεννήσει ονομάζεται έπαρση. Οι θυγατέρες μου πάλι είναι η μνησικακία, η έχθρα, η δικαιολογία και το μίσος. Οι αντίδικοί μου, από τους οποίους τώρα κρατιέμαι δεμένος, είναι οι αντίπαλοι των θυγατέρων μου, η αοργησία και η πραότητα. Τέλος εκείνη που με επιβουλεύεται ονομάζεται ταπεινοφροσύνη».
(Κλίμαξ Ιωάννου Σιναϊτου ΕΠΕ σελ. 217,219,229)
Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2020
Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 17 Ὀκτωβρίου 2020
Κατά Λουκάν (7: 11-16):
Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἑξῆς ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς.
ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ.
καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε·
καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι.
καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ.
ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.
Κυριακή Γ΄Λουκᾶ. Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ Κυριακή Γ΄ Λουκᾶ (Λουκ. ζ΄11-16) Εἰς τὸ τῆς τρίτης Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ Εὐαγγέλιον ὑπόθεσιν ἔχον τὸν ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἐγερθέντα τῆς χήρας παῖδα. Ὁμιλία μβ΄. Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς
Παρουσιάζοντας ὁ μέγας Παῦλος τὴ θεϊκότητα καὶ τὴν ὠφελιμότητα τῆς πίστεως καὶ ἀναφέροντας τὰ ἔργα της καὶ τοὺς ἄθλους καὶ τοὺς καρποὺς καὶ τὴ δύναμή της, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀρχὴ τῶν αἰώνων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους τίποτα δὲν ὑπάρχει ἀρχαιότερο. Μὲ τὴν πίστη, λέει, κατανοοῦμε ὅτι ἀποτελέστηκαν οἱ αἰῶνες μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ δημιουργηθοῦν τὰ ὁρατὰ ἀπὸ ἀόρατα καὶ τελειώνει στὴ μελλοντική, παναθρώπινη ἀνάσταση καὶ τὴν τελείωση τῶν ἁγίων, ποὺ θὰ συμβῆ τότε, ἀπὸ τὴν ὁποία τίποτα δὲν εἶναι τελειότερο. Κι ἐνῶ κάμει τὸν κατάλογο ἐκείνων ποὺ θαυμάστηκαν γιὰ τὴν πίστη τους καὶ μὲ τὸ παράδειγμά τους δίνουν μαρτυρία γι’ αὐτὴν, προσθέτει καὶ τοῦτο· Ἐξ αἰτίας τῆς πίστης τους ξαναπῆραν γυναῖκες μὲ ἀνάσταση τοὺς νεκρούς τους. Καὶ αὐτὲς εἶναι ἡ Σαμαφθία καὶ ἡ Σουμανίτιδα. Ἀπ’ αὐτὲς ἡ πρώτη πῆρε ζωντανὸ τὸ νεκρὸ γιό της μὲ θαῦμα τοῦ προφήτη Ἠλία, καὶ ἡ Σουμανίτιδα μὲ θαῦμα τοῦ Ἐλισσαίου τὸ δικό της. Ἡ κάθε μία ἀπ’ αὐτὲς ἔδειξε μὲ τὰ ἔργα της μεγάλη πίστη. Ἡ Σαραφθία εἶδε τὴν αὔξηση τῶν τροφίμων, ποὺ εἶχε ὑποσχεθῆ ὁ προφήτης καὶ πρὶν ἀπὸ τὰ παιδιά της ἔθρεψε τὸν προφήτη ἀπὸ τὴ φούχτα τὸ ἀλεύρι καὶ τὸ λίγο λάδι, ποὺ μόνο εἶχε νὰ φάη
Κυριακή Γ’ Λουκά: Το θαύμα της νεκρανάστασης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
(Λουκ. ζ’ 11-16)
Πολλοί είναι οι άνθρωποι που αυτοτιτλοφορούνται «Σωτήρες της ανθρωπότητας». Ποιος απ’ όλους τους όμως θα μπορούσε να φανταστεί πως θα ήταν δυνατό να σώσει ανθρώπους από το θάνατο; Στην ιστορία έχουμε δει πολλούς καταχτητές. Κανένας τους όμως δε νίκησε το θάνατο. Στη γη γνωρίσαμε πολλούς βασιλιάδες που είχαν εκατομμύρια υποτελείς. Κανένας τους όμως δεν μπόρεσε να μετρήσει στους υποτελείς του και τους νεκρούς μαζί με τους ζωντανούς.
Κανένας, εκτός από τον μοναδικό Ένα, τον Κύριο Ιησού Χριστό, Εκείνον που μαζί Του δεν μπορεί να συγκριθεί κανένας. Δεν είναι μόνο ο Νέος Άνθρωπος. Είναι ο Νέος Κόσμος, ο Δημιουργός Του. Όργωσε τον αγρό ζώντων και νεκρών κι έσπειρε και στους δυό τον καινούργιο σπόρο της ζωής. Οι νεκροί μπροστά Του είναι όπως κι οι ζωντανοί, οι ζωντανοί όπως οι νεκροί. Ο θάνατος δεν είναι εμπόδιο στη βασιλεία Του. Παραμέρισε το εμπόδιο αυτό κι άνοιξε τη βασιλεία Του στην ιστορία, από τον Αδάμ και την Εύα ως τον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί στη γη. Κοίταξε τη ζωή και το θάνατο του ανθρώπου με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι βλέπουμε εμείς οι θνητοί. Κοίταξε και είδε πως η ζωή
Κυριακή Γ΄ Λουκά - Έπαινος χηρών, του μακαριτού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
«Καὶ αὕτη ἦν χήρα»(Λουκ. 7,12)
Ἀδελφοί, ἡ γῆ αὐτὴ ποὺ πατοῦμε εἶνε ποτισμένη μὲ δάκρυα, εἶνε «κοιλὰς κλαυθμῶνος»(Ψαλμ. 83,7). Ὁ Ἰώβ, ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ βασανισμένους ἀνθρώπους, λέει· Ὅπως τὰ πουλιὰ εἶνε πλασμένα νὰ πετοῦν στὸν ἀέρα, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος εἶνε πλασμένος γιὰ τὸ δάκρυ καὶ τὸν πόνο (βλ. Ἰὼβ 5,7) . Κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος πέρασε τὴζωή του μέσα στὴ θλῖψι, ἐν τούτοις εἶχε ἐσωτερικὴ χαρὰ καὶ ἔλεγε·«Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου»(Κολ. 1,24) καὶ «καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου»(Β΄ Κορ. 12,9,5). Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς λίγο πρὶν τὸν φρικτὸ Γολγο θᾶ προειδοποίησε, ὅτι ὅσοι πιστεύουν σ᾿ αὐτὸν θὰ ὑποφέρουν· «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον»(Ἰω. 16,33).
Καὶ σήμερα στὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε βλέπουμε τὸν Κύριό μας νὰ βρίσκεται ὄχι ἐκεῖ ποὺ διασκεδάζουν ἀλλὰ κοντὰ σὲ ἕνα πονεμένο πλάσμα, σὲ μία γυναίκα ἔγγαμη.Εἶχε τὸ δυστύχημα νὰ πεθάνῃ ὁ ἄντρας της ὅταν ἀκόμα ἦταν νέα καὶ τῆς ἄφησε ὀρφανὸ ἕνα μονάκριβο ἀγόρι. Ἡ γυναίκα αὐτὴ δὲν ἦρθε σὲ δεύτερο γάμο· ἔμεινε
Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020
Πατρίδα εἶναι ὁ Παῦλος Μελὰς
Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιός Δάσκαλος-Κιλκίς
Νυχτώνοντας ἀκούστηκε ἕνας πυροβολισμὸς καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Παύλου: «στὴ μέση μὲ πῆρε παιδιά». Μπῆκε στὸ σπίτι καὶ φώναξε τὸν καπετὰν Πύρζα. Ὁ Νίκος Πύρζας ἔτρεξε κοντά του. Ὁ Παῦλος ἔβγαλε ἀπὸ τὸ λαιμὸ του τὸν σταυρὸ ποὺ φοροῦσε πάντοτε καὶ τοῦ λέει: «τὸ σταυρὸ νὰ τὸν δώσεις στὴ γυναίκα μου. Καὶ τὸ ντουφέκι τοῦ Μίκη. Καὶ νὰ τοὺς πεῖς ὅτι ἔκαμα τὸ καθῆκον μου...». Καὶ ζήτησε νὰ τὸν σκοτώσουν τὰ παλικάρια του γιὰ νὰ μὴν τὸν βροῦνε οἱ Τοῦρκοι ζωντανό. Σὲ λίγο ὅμως ξεψύχησε. Ἦταν Τετάρτη 13 Ὀκτωβρίου 1904.
«Καὶ οἱ Ἕλληνες ξύπνησαν», γράφει ὁ Ἴων Δραγούμης, «γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Ἐπειδὴ εἶναι τυφλοὶ οἱ ἄνθρωποι. Καὶ οἱ περισσότεροι γεννήθηκαν γιὰ νὰ εἶναι μικροί. Σπίθες κοντὲς εἶναι οἱ στιγμὲς ποὺ ξυπνοῦν καὶ νιώθουν τὴ μετριότητα ποὺ βαραίνει ἐπάνω τους… Τέτοια σπίθα τοὺς ἄναψε ὁ Παῦλος Μελάς. Ὅσοι συνηθίζουν νὰ συλλογίζονται, ἂς στοχασθοῦν πόσο μεγαλύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἕλληνες ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ Παῦλος Μελάς, γιὰ νὰ καταφέρει νὰ τὴν ἀνάψει. Καὶ μὲ τὴν σπίθα ποὺ ἄναψε στὸν καθένα, πολλοὶ ἦταν τυφλοί, ὡς τὸν εἶδαν. Ἔτριψαν τὰ μάτια τους κάπως ξιππασμένοι καὶ εἶπαν μέσα τους, γιατί ντρέπονταν νὰ τὸ διαλαλήσουν: Ὥστε ὑπάρχει Μακεδονία, ἀφοῦ πῆγε ὁ Παῦλος Μελὰς καὶ σκοτώθηκε γι’ αὐτή! Καὶ ἄλλοι συμπέραναν:...
Ὥστε βρίσκονται ἀκόμα, μετὰ τὸ 1897, ἀξιωματικοὶ στὸ στρατὸ καὶ ζωὴ στὸ Ἔθνος!».
Σε καιροὺς σακάτικους σὰν τοὺς τωρινούς, ποὺ μᾶς περιζώνει