
Ότι κι αν έκανε η μάνα για το παιδί της, αυτό πήγαινε στα χαμένα. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε να το φέρει στο δρόμο του Θεού, ήτανε άκαρπες. Άσπρο η μάνα, μαύρο ο γιος.
Κι όσο έβλεπε να βγαίνουν από τα χέρια της, με την χάρη του Θεού, παιδιά υπέροχα, έξυπνα, χρήσιμοι άνθρωποι στην Κοινωνία, παιδιά περήφανα που την είχανε δασκάλα και το δικό της το μοναδικό παιδί, πού του αφοσιώθηκε ολότελα σαν έμεινε χήρα, να μην κάνει, να μην θέλει τίποτε, να μην αποφασίζει για κάτι, της ερχότανε τρέλα.
Μέρες, εβδομάδες, μήνες έλειπε από το σπίτι.
Η μάνα λοιπόν περίμενε. Πάντα περίμενε μια αλλαγή. Η προσευχή της, το λιβάνι που έκαιγε, το καντηλάκι πού άναβε, ήταν όλα, μα όλα γι' αυτό το παιδί.
Κάποτε παρουσιάστηκε στο σπίτι, γιατί πήρε την ααπόφαση να πάει στρατιώτης. «Καλό σημάδι» είπε μέσα της η μάνα.
Πέρασε όλη την θητεία του σε φυλάκιο του Έβρου. Δεν ήρθε να την δει ούτε μια φορά. Κι η μάνα δεν άφησε το εικονοστάσι χωρίς λάδι και δάκρυ ούτε ένα βράδυ.
Κάποτε απολύθηκε. Μάιο μήνα ήρθε ίσια στο σπίτι. Χαρούμενος, κεφάτος, σαν να μην έλειψε ούτε μια μέρα. Της ζήτησε χρήματα να πάει λίγες μέρες στη θάλασσα με κάτι φίλους. Του έδωσε αμέσως.
Ένοιωθε να παλεύει η μάνα με κάποιον στήθος με στήθος. Κι αυτός ο κάποιος