
Ὁ γέρο ἀγωνιστὴς ἐκοίταζε τὸ θολὸ νερὸ μέσα στὸ ποτήρι, ἀνεβοκατέβαζε τὰ κάτασπρα δασιά του φρύδια, καὶ κουνῶντας τὸ κεφάλι του εἶπε :
- Μωρέ, ποῦ κατάντησε τὸ δόλιο τὸ Μεσολόγγι μ’ αὐτὸν τὸν θεοσκοτωμένο τὸ Δήμαρχο! Οὔτε στὸν «κλεισμὸν» δὲν πίναμε τέτοιο νερό...
Ὁ γέρο ἀγωνιστὴς εἶχε τὴν ἀδυναμία καὶ τὴν τέχνη ἀπὸ κάθε κουβέντα, μ’ ἕνα πήδημα νὰ φτάνῃ στὴν πολιορκία καὶ στὴν ἔξοξο, καὶ χρεωστοῦσε μάλιστα χάρι σὲ μένα, πού, παιδάκι τότε λαίμαργο γιὰ ἱστορίες, ἤμουν ὁ πιὸ καλόβολος ἀκροατής του.
- Οὔτε στὸν κλεισμό, μωρὲ παιδί μου, μὰ τοῦτον τὸ σταυρό, νὰ τὸν κάμω καὶ νὰ βγῇ ἡ ψυχή μου.
Τὸν καιρό, ποὺ ὁ Μπραΐμης μᾶς ἔκοψε τὸ νερό, πάντεχε, πὼς θὰ παραδοθοῦμε τὴν ἄλλη μέρα ἢ θὰ σκάσωμε σὰν τὰ ποντίκια˙ ἐμεῖς ὅμως ἀνοίξαμε