Όταν
οι άνθρωποι έχουν παντοτινή επίγνωση της φιλανθρωπίας του Θεού προς
αυτούς, θα είναι φιλάνθρωποι κι ο ένας προς τον άλλον. Δεν υπάρχει
τίποτ’ άλλο που να κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους προς τους άλλους, όσο
η πεποίθηση πως κανένας δε θέλει να δώσει και στους ίδιους. Κανένας;
Και πού είναι ο Θεός τότε; Δε μας αποζημιώνει κάθε μέρα και κάθε νύχτα ο
Θεός με την ευσπλαχνία Του, σε αντίθεση μ’ εμάς που είμαστε άσπλαχνοι;
Δεν είναι πιο σπουδαίο για μας να μας ευεργετήσει ο Βασιλιάς στην αυλή
Του με την ευσπλαχνία Του, αντί να μας ευεργετούν οι δούλοι Του; Τί μας
ωφελεί αν μας ευεργετούν όλοι οι δούλοι Του, αλλά ο Βασιλιάς είναι
συγκρατημένος απέναντι μας;
Οι άνθρωποι γίνονται ανελεήμονες όταν
περιμένουν από τους άλλους να τους ελεήσουν, ενώ οι άλλοι περιμένουν το
ίδιο απ’ αυτούς. Σ’ αυτήν την αμοιβαία αναμονή, στο να περιμένει δηλαδή
ο ένας από τον άλλον να τον ελεήσει, όλοι οι άνθρωποι, σαν ένας γενικός
κανόνας, γίνονται άσπλαχνοι κι ανελεήμονες. Η ελεημοσύνη όμως δεν είναι
παθητική
αρετή,
αλλά ενεργητική. Πώς θα γνώριζαν οι άνθρωποι τη φιλανθρωπία, αν ο Θεός
δεν την είχε πρώτος ασκήσει σ’ αυτούς; Η φιλανθρωπία του Θεού απαιτεί τη
φιλανθρωπία των ανθρώπων. Αν ο Θεός δεν είχε πρώτος δείξει τη
φιλανθρωπία Του,
ολλές
φορές τα χνάρια των αγίων αποτυπώνονται στο χρόνο της δικής μας ζωής. Φωτίζουν
και δίνουν νόημα στους αγώνες, τις αγωνίες, τις ελπίδες. Αντλούν από την
ατέλειωτη Πίστη και Αγάπη του Θεού και τη διαχέουν στον κόσμο μας. Έτσι, για να
ξεκουραστεί ο οδοιπόρος, να πιεί νερό ο διψασμένος, να βρει στέγη ο ξένος και ο
άστεγος, να βρει το δρόμο του ο αλήτης…
Υπάρχουν
άνθρωποι, με Θεού φώτιση, που αφουγκράζονται το φτερούγισμα των αγίων. Και
γίνονται το μέσο για να φανερωθεί η αγάπη του Θεού στον άνθρωπο, να αγιαστεί η
φύση των πραγμάτων από τη Θεία Χάρη… Το μέσο… «κάποιος φυτεύει, κάποιος
ποτίζει μα ο αυξάνων είναι ο Θεός»…
«26
Σεπτεμβρίου 1970, ανήμερα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου γίνομαι μοναχός. Ο
αείμνηστος Χρυσόστομος Βούλτσος, τότε επίσκοπος Δωδώνης, είδε ότι η επιθυμία
μου να αφοσιωθώ στο Θεό ήταν σωστή. Μου λέει μετά από συζήτηση: «Τράβα στο
μοναστήρι της Καστρίτσας και να κατέβεις το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου». Το πρωί
λειτουργία στο νησί. Κοινώνησα. Το απόγευμα έγινε η κουρά.
Έγινα
καλέγερος. Κάτι που επιθυμούσα, που δεν περίμενα να μου δώσει τόσα αυτός ο
δρόμος… Μετά από δύο χρόνια περίπου μου παραχωρείται το Μοναστήρι της Ντουραχάνης…»
« Η αγάπη για τα παιδιά προϋπήρχε. Από μικρός
με συγκινούσε, όταν έβλεπα πεινασμένα παιδιά. Όλη η φαντασία και τα όνειρά μου
ήταν να βρω μια σπηλιά που να έχει ψωμί, να τους δίνω.
Να
τους λέω: Φάτε παιδιά… Φάτε παιδιά… Η σπηλιά να μην αδειάζει ποτέ.
Με
τράνταξε μια κουβέντα του Χριστού προς τον Πέτρο: «Βόσκε τά ἀρνία μου». Και εγώ
πιάστηκα από τα παιδιά. Λαμπάδιασα από τη γραφή.
Η
φλόγα της επιθυμίας μεταβλήθηκε σε μέθη-καθήκον-υποχρέωση να ανταποκριθώ».
Μαζί
μια ομάδα ανθρώπων έτοιμη να ανταποκριθεί στο κάλεσμα…
Οι δυσκολίες και τα εμπόδια πάρα πολλά… Αλλά η
πίστη στο Θεό κάνει θαύματα…
26
Σεπτεμβρίου 1979 ανήμερα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου … Επιτέλους δίνεται η
άδεια για να ξεκινήσει το χτίσιμο. Τον Οκτώβριο τα έργα ξεκινούν. Με μηδέν
χρήματα στην τσέπη και το «σκούφωνε ξεσκούφωνε». Δανεικά για να ξεπληρωθούν τα
δανεικά. Και ο ιδρώτας όλος από εθελοντές που βάλθηκαν με Θεού δύναμη να κάνουν
το όνειρο πραγματικότητα…
Παρόλες
τις δυσκολίες το οικοτροφείο και το σχολείο στήθηκαν και περίμεναν τα πρώτα
παιδικά χαμόγελα…
26
Σεπτεμβρίου 1981 ανήμερα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου…
«αν
και έλλειπε ακόμα ένα χαρτί-παίρνουμε την άδεια λειτουργίας και γίνονται τα
εγκαίνια. Παλαίψαμε να ξεπεράσουμε την μπόρα. Δεκαεφτά μήνες περιμέναμε για την
έγκριση. Τελικά δόθηκε από το Νομάρχη».
«Το
χέρι της Παναγίας και των αγίων του Θεού επεμβαίνει ως σήμερα. Με την ευλογία
του Ευαγγελιστή Ιωάννη, με τη συνδρομή της προσευχής και τη συμπαράσταση του
κόσμου, το έργο πήρε σάρκα και οστά. Αποφασίζουμε αυτή τη μέρα κάθε χρόνο να τη
γιορτάζουμε βάζοντάς την βάση για
οποιοδήποτε σημαντικό ξεκίνημα. Η παράκληση στον προστάτη Ἅγιο Ἰωάννη να
υπάρχει αγάπη». Η διήγηση από το γέροντα μας π. Αθανάσιο Χατζή, από διάφορες συνεντεύξεις και κηρύγματα.
(Αποσπάσματα από την ομιλία ΙΔ΄ του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου) «καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». (…)Και
περπατώντας κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, τον
Σίμωνα, που, με το όνομα το οποίο του έδωσε αργότερα ο Κύριος,
ονομάστηκε Πέτρος και τον Ανδρέα τον αδελφό του. Έριχναν τα δίχτυα τους
στη θάλασσα, σαν ψαράδες που ήσαν. «Ακολουθήστε με, τους είπε, και θα
σας κάνω αλιείς ανθρώπων». Αυτοί λοιπόν, αφού άφησαν αμέσως τα δίχτυα,
Τον ακολούθησαν. «οἱ
δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Πρόσεξε την πίστη και
την υπακοή τους. Διότι αν και βρίσκονταν στο μέσο της εργασίας τους
(γνωρίζετε βέβαια πόσο απαιτητική είναι η αλιεία), όταν άκουσαν
την προτροπή του Κυρίου δεν ανέβαλαν, ούτε το μετέθεσαν γι΄ αργότερα,
ούτε είπαν· «Άμα γυρίσουμε στο σπίτι, ας συνεννοηθούμε πρώτα με τους
δικούς μας». Αλλά αφού εγκατέλειψαν τα πάντα, Τον ακολούθησαν, όπως ο
Ελισσαίος ακολούθησε κάποτε τον προφήτη Ηλία. Πραγματικά αυτού του
είδους την υπακοή ζητεί από μας για τη μετάνοιά μας ο Χριστός, ώστε μήτε
δευτερολέπτου αναβολή να μην κάνουμε, ακόμα κι αν κάτι από τα πιο
απαραίτητα προς το ζην μας επείγει, όπως κρίνουμε. Γι’ αυτό και κάποιον
άλλον που Τον πλησίασε και ζήτησε να πάει πρώτα να θάψει τον πατέρα του,
μήτε αυτό δεν τον άφησε να κάνει, δείχνοντας ότι από όλα πρέπει να
προτιμούμε να Τον ακολουθήσουμε και να γίνουμε μαθητές Του. Εάν
πάλι θεωρείς ότι Τον ακολούθησαν επειδή