Εἶπεν ὁ Κύριος· ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν ᾿Αβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ ᾿Αβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. εἶπε δὲ ᾿Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. λέγει αὐτῷ ᾿Αβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ ᾿Αβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.
Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2022
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς (Ε΄ Λουκᾶ, πλουσίου και φτωχοῦ Λαζάρου, Λκ. ις΄ 19-31)
Εἶπεν ὁ Κύριος· ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν ᾿Αβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ ᾿Αβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. εἶπε δὲ ᾿Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. λέγει αὐτῷ ᾿Αβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ ᾿Αβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.
Εἰς τὸν πτωχὸν Λάζαρον καὶ τὸν πλούσιον
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
(Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, κεφ. ιστ΄, χωρία 19 έως 31)
[…] Ήταν, λέγει, κάποιος άνθρωπος πλούσιος, που ζούσε μέσα σε πολλή κακία, δεν είχε λάβει πείρα καμιάς συμφοράς, αλλά τα πάντα έρρεαν ομαλά γι΄ αυτόν όπως το νερό στις πηγές. Το ότι πράγματι καμία συμφορά δεν του συνέβαινε, ούτε αφορμή για στενοχώρια, ούτε καμία ανωμαλία βιωτική, αυτό ακριβώς ο Κύριος το υπαινίχτηκε με αυτό που είπε ότι «ευφραινόταν καθημερινά». Και ότι ζούσε με κακία, γίνεται φανερό και από το τέλος που είχε και πριν από το τέλος του από την περιφρόνηση που έδειξε στον φτωχό. Και το ότι δεν ελεούσε όχι μόνο εκείνον που στεκόταν στην πόρτα του, αλλά ούτε και κανένα άλλον, εκείνος ο ίδιος το έδειξε. Διότι εάν αυτόν που ήταν διαρκώς ριγμένος μπροστά στην πόρτα του και βρισκόταν μπροστά στα μάτια του κάθε ημέρα, και αναγκαζόταν μια και δύο και πολλές φορές να τον βλέπει εισερχόμενος και εξερχόμενος (καθόσον δεν τον συναντούσε σε καμιά συνοικία, ούτε βρισκόταν σε κρυφό και απόμερο τόπο, αλλά εκεί από όπου συνεχώς έμπαινε και έβγαινε ο πλούσιος και αναγκαζόταν έτσι και χωρίς να το θέλει να τον βλέπει), εάν λοιπόν αυτόν δεν ελέησε, που βρισκόταν κατάκοιτος σε τόσο φοβερό κατάντημα και ζούσε μέσα σε τόσο μεγάλη δυστυχία, ή καλύτερα που ταλαιπωριόταν σε όλη του τη ζωή
Ἡ παραβολή τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
(Λουκ. ιστ’ 19-31)
Οι άνθρωποι αγωνίζονται για τα υπάρχοντά τους εδώ στη γη. Οι εξαντλητικοί και ανώφελοι διαπληκτισμοί τους δεν έχουν τέλος. Αχ, άνθρωποι! Πού ανήκετε; Είστε κοπάδι που μάχεστε για ένα βοσκοτόπι. Ο ιδιοκτήτης τόσο του κοπαδιού όσο και του λιβαδιού στέκεται και κοιτάζει με έκπληξη το κοπάδι του να διαπληκτίζεται για τη βοσκή του, όταν τόσο το κοπάδι όσο και η βοσκή ανήκουν σ’ εκείνον. Οι άνθρωποι θυμούνται πολλά πράγματα. Ένα μόνο πράγμα δε θυμούνται ποτέ, όσο συχνά και να τ’ ακούνε: πως έρχονται γυμνοί σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να κουβαλάνε τίποτα μαζί τους, και γυμνοί ξαναφεύγουν. Οι άνθρωποι μοιράζουν τη γη αυτή, αν και ποτέ σχεδόν δεν καταφέρνουν να το κάνουν σωστά. Προστατεύουν τα όρια της γης τους με τη ζωή τους. Και παρ’ όλα αυτά, τα σύνορα μετακινούνται. Το πιο φτηνό πράγμα συνήθως καταλήγει πολύ ακριβότερο. Οι άνθρωποι δε διαφωνούν σ’ αυτό, αλλά δίνουν στο τρομερό κόστος τα επίθετα «δικαιοσύνη» ή «πατριωτισμός» ή κάποιο άλλο βολικό όνομα. Το μόνο που δε λένε ποτέ, είναι πως συνιστά παραφροσύνη να πεθαίνουν πρόβατα για μια αγκαλιά χόρτα, όταν τα χόρτα είναι εκεί για να στηρίξουν τη ζωή, όχι για άλλο λόγο. Το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε τελευταία ανάλυση, είναι ζήτημα χόρτου. Όλα όσα τρώνε και ντύνονται οι άνθρωποι
Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2022
Τῆς Σκέπης σου Παρθένε, ἀvuμνοῦμεν τάς χαρίτας, ἣν ὡς φωτοφόρον νεφέλην, ἐφαπλοῖς ὑπὲρ ἔννοιαν, καὶ σκέπεις τὸν λαόν σου νοερῶς, ἐκ πάσης τῶν ἐχθρῶν ἐπιβουλῆς. Σὲ γὰρ σκέπην καὶ προστάτιν καὶ βοηθόν, κεκτήμεθα βοῶντές σοι· Δόξα τοῖς μεγαλείοις σου Ἁγνή, δόξα τῇ θείᾳ Σκέπῃ σου, δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου, προμηθείᾳ Ἄχραντε.
Μετά από τη θριαμβεύουσα νίκη κατά του φασισμού του Χιτλερικού και του Μουσολίνι, τι έγινε; Μας έβαλαν τη διχόνοια. Και μας χρέωσαν…
... Στην πλάτη ο ίδιος έχω κουβαλήσει μπαζούκας που ήταν αγγλικό όπλο. Το κουβάλησα ο ίδιος στην πλάτη. Και δεν είχε ο ελληνικός στρατός. Κι είχαν οι αντάρτες…. Λίρες… λίρες… πάρε από δω πάρε από κει τα ’μασαν οι επιτήδειοι κι άρχισαν οι προπαγάνδες…άρχισαν τα μίση..Κι έχουμε κατάλοιπα ακόμα από τον εμφύλιο. Κι ο καθένας μιλούσε για πατριωτισμό, θρησκεία, πατρίδα… Να σου θίξω λίγο τον εγωισμό σου και το συμφέρον σου και θα δω τι πατρίδα πιστεύεις, και τι θρησκεία έχεις. Ο καθένας έχει δύναμη γιατί μας αγαπάει ο Θεός…
ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΤΗΣ ΕΠΕΤΕΙΟΥ ΤΟΥ ΟΧΙ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940
ΠΟΥ ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ, ΣΗΜΕΡΑ 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2018, ΣΤΗΝ ΧΩΡΟΥΔΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΑΓΚΑΔΑ
Σεβαστέ μας πάτερ Φώτιε,
ἀγαπητοί μου συμπατριῶτες καί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί.
Ἡ 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 ὑπῆρξε μιά μοναδική ἱστορική στιγμή ὅχι μονάχα γιά ἐμᾶς τούς Ἔλληνες, ἀλλά καί γιά ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα!
Τό ΟΧΙ τοῦ Μεταξᾶ, τό ἔβαλαν οἱ παπποῦδες μας βαθειά μέσα στίς καρδιές τους καί τό μετέτρεψαν πάνω στά κακοτράχαλα βουνά τῆς Ἠπείρου σέ Νίκη!
Τό πῆραν τά χείλη τῆς Βέμπο καί τό ἔκαναν τραγούδι.
Ἀντήχησε ὡς κρότος δυνατός ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Πατρίδας μας καί ἀναδείχθηκε σέ Σύμβολο τῆς ἀντίστασης καί τῆς Ἐλευθερίας.
Τό ἀφουγκράστηκαν οἱ ψοφοδεεῖς καί τάχα ἰσχυροί Εὐρωπαῖοι καί νόμισαν πώς ὀνειρεύονται! Πῶς εἶναι δυνατόν, ἀναρωτήθηκαν, ἕνας τόσο μικρός λαός νά τά βάλει μέ μιά ὑπερδύναμη;
Ὁ Ἰταλός πρέσβυς καταφθάνει στήν πρωθυπουργική κατοικία στίς τρεῖς παρά τέταρτο τά ξημερώματα. Ἡ Ἰταλία μέ τελεσίγραφο ζητάει ἀπό τούς Ἕλληνες νά παραδοθοῦν. Τό ΟΧΙ τῶν Ἑλλήνων, διά στόματος τοῦ τότε πρωθυπουργοῦ Ἰωάννη Μεταξᾶ, μέσα σέ δυό ὧρες, βροντάει κι ἀστράφτει στό Ἀλβανικό μέτωπο.
Ὁ συνταγματάρχης Κωνσταντῖνος Δαβάκης, διοικητής τοῦ ἀποσπάσματος Πίνδου, στίς 5 τό πρωΐ, στέλνει στούς ἄνδρες του τήν ἑξῆς διαταγή: ‘’Ὁ ὕπουλος γείτονάς μας αἰφνιδιαστικά μᾶς ἐπετέθη. Ἡ Ἑλλάδα μας περιμένει ἀπό τόν καθένα μας, νά δώσουμε ἕνα καλό μάθημα στόν εἰσβολέα. Φανεῖτε Ἕλληνες καί κρατῆστε γερά τά ὅπλα μέ πίστη στόν Θεό καί τόν ἑαυτό σας. Ζήτω ἡ Ἑλλάς!’’.
Ὁ στρατηγός Κατσιμῆτρος, διοικητής τῆς ὀγδόης μεραρχίας τῆς Ἠπείρου τηλεφωνεῖ στό Γενικό Ἐπιτελεῖο καί λέει: ‘’Μπορῶ ὑπεύθυνα νά διαβεβαιώσω τόν κύριο Ἀρχηγό τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, καί τό τονίζω ἰδιαιτέρως, ὅτι οἱ Ἰταλοί δέν θά περάσουν’’.
Τά παλληκάρια μας, πολεμῶντας γενναία πάνω στῆς Πίνδου τίς χιονισμένες κορφές, ἀφήνοντας ἄναυδους τούς ‘’λογικούς’’ καί ὀλίγιστους Εὐρωπαίους, κατάφεραν τό ἀκατόρθωτο: Ταπείνωσαν μιά παντοδύναμη τότε αὐτοκρατορία! Ἡ ἰαχή ‘’ἀέρα’’ ἔγινε ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τῶν ἰταλικῶν μεραρχιῶν. Τά ψυχρά νερά τῆς Ἀδριατικῆς λίγο ἔλειψε νά δεχθοῦν στόν πάτο τους κάθε ἀπομεινάρι ἀπό τήν περιλάλητη στρατιωτική μηχανή τοῦ ἰταλικοῦ φασισμοῦ.
Κι ἐκεῖνοι, πού τά γεράματα τούς υποχρέωσαν νά μείνουν στά μετώπισθεν, δέν ἡσυχάζουν. Ὅπως τό γεροντάκι, πού περιμένει τήν σειρά του ἀνάμεσα σέ νεώτερους, νά δώσει τό αἷμα του γιά τούς τραυματίες μας. Ὁ γιατρός τῆς αἱμοδοσίας τόν βλέπει στήν σειρά τῶν αἱμοδοτῶν καί τοῦ λέει ἐνοχλημένος:
-Ἐσύ παππούλη, τί θέλεις ἐδῶ;
-Ἦρθα κι ἐγώ, γιατρέ, νά δώσω αἷμα.
Ὁ γιατρός τόν κοιτάζει μέ ἀπορία καί συγκίνηση.
-Μή μέ βλέπεις ἔτσι, γιατρέ μου. Εἶμαι γερός, τό αἷμα μου εἶναι καθαρό καί ἀκόμα ποτές μου δέν ἀρρώστησα. Εἶχα τρεῖς γιούς. Σκοτώθηκαν καί οἱ τρεῖς ἐκεῖ πάνω. Χαλάλι τῆς Πατρίδας! Ὅμως, μοῦ εἶπαν πώς οἱ δύο πῆγαν ἀπό αἱμορραγία. Λοιπόν, εἶπα στή γυναῖκα μου, θά ‘ναι κι ἄλλοι πατεράδες, πού μπορεῖ νά χάσουν τά παλληκάρια τους, γιατί δέν θά ‘χουν οἱ γιατροί μας αἷμα νά τούς δώσουν. Νά πάω νά δώσω κι ἐγώ τό δικό μου. ‘’Ἄϊντε, πήγαινε, γέρο μου’’, μοῦ εἶπε ‘’κι ἄς εἶναι γιά τήν ψυχή τῶν παιδιῶν μας’’. Κι ἐγώ σηκώθηκα καί ἦρθα.
Αὐτός ἦταν ὁ λαός μας, πού ἔφτασε στό θαῦμα. Τό θαῦμα τοῦ Δαβίδ ἀπέναντι στόν Γολιάθ. Τό θαῦμα, πού μᾶς τό χάρισε ἡ Παναγιά μας ἡ Μεγαλόχαρη.
Ὁ Χίτλερ, βλέποντας τήν ἀποτυχία τῶν συμμάχων του Ἰταλῶν, σπεύδει καί τά βάζει ὁ ἴδιος μέ τήν λεβεντιά τῶν παππούδων μας.
Ὀλλανδία, Βέλγιο καί Γαλλία κατελήφθησαν ἀπό τά γερμανικά στρατεύματα μέσα σέ εἴκοσι μέρες. Τό Παρίσι ἔπεσε χωρίς μάχη. Ἡ Δανία παραδόθηκε αὐθημερόν. Ἡ Ἑλλάδα ἄντεξε 250 μέρες!
Τό ΟΧΙ τῶν Ἑλλήνων καθυστέρησε ἀποφασιστικά τήν ἐπίθεση τῶν Γερμανῶν ἐναντίον τῆς Ρωσίας. Ὁ Χίτλερ, μέσα στήν ρώσικη βαρυχειμωνιά, δέ μπόρεσε νά προχωρήσει. Χάρις στό Ἑλληνικό ΟΧΙ ὁ ναζισμός ἔκανε πίσω. Ἡ Εὐρώπη ἀνάσανε. Ξαναβρῆκε τήν ἐλπίδα τῆς ἐλευθερίας.
Ὁ λαός μας, ἑνωμένος καί ὑπάκουος στά κελεύσματα τῶν προγόνων μας, ὄχι μονάχα δέν πτοήθηκε μπροστά στήν ἀριθμητική καί στρατιωτική ὑπεροχή τῶν ἐχθρῶν, ἀλλά ‘’μέ τό χαμόγελο στά χείλη’’ καί μέ τό ΟΧΙ χαραγμένο μέ αἷμα στίς βουνοπλαγιές τῆς Ἠπείρου, παρέδωσε μοναδικά καί ἀνεπανάληπτα μαθήματα ἀντιστασιακοῦ φρονήματος σέ ὁλόκληρη τήν ναζιστοκρατούμενη Εὐρώπη.
Ἀδελφοί μου, τό ΟΧΙ γιά τήν φυλή μας δέν εἶναι μιά ἁπλῆ λέξη. Οὔτε εἶναι κάτι, πού λέχθηκε γιά πρώτη φορά ἀπό στόματος Ἑλλήνων στίς 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 1940.
Τό ΟΧΙ εἶναι ὁ ἀλάνθαστος καί σταθερός βηματοδότης τῆς ἀργόσυρτης ἱστορικῆς μας διαδρομῆς, ἐδῶ καί τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια.
Ποιός μπορεῖ νά ξεχάσει τό ΟΧΙ τῶν Θερμοπυλῶν, τῆς Σαλαμίνας καί τοῦ Μαραθῶνα;
Ποιός δικαιοῦται νά λησμονήσει τό ΟΧΙ τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου;
Ποιός τολμᾶ νά προσπεράσει ἤ νά ὑποτιμήσει τό ΟΧΙ τοῦ Μάρκου Μπότσαρη, τοῦ Ἀθανασίου Διάκου, τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, τοῦ Λάμπρου Κατσώνη, τοῦ Ἐμμανουήλ Παππᾶ, τῆς Μπουμπουλίνας, τῆς Δόμνας Βισβίζη;
Ποιός τολμᾶ νά αὐθαδιάσει περιφρονῶντας τό ΟΧΙ τοῦ Παύλου Μελᾶ, τοῦ καπετάν Ἄγρα, τοῦ καπετάν Ράμναλη, τοῦ Γερμανοῦ Καραβαγγέλη;
Ποιός δέν ἀφουγκράζεται τό ΟΧΙ τῶν παλληκαριῶν τοῦ Δαβάκη;
Ποιός ἔχει τό δικαίωμα νά ἀμφισβητήσει τό μεγαλειῶδες ΟΧΙ τοῦ θρυλικοῦ Κύπριου Προέδρου Τάσου Παπαδόπουλου;
Ἡ Ἱστορία τοῦ Ἔθνους μας εἶναι μιά ἀτέλειωτη σειρά ἀπό ΟΧΙ. Καί ὄχι μονάχα ἠ Ἐθνική μας Ἱστορία, ἀλλά καί ἡ Ἑκκλησιαστική μας.
Ἀδελφοί μου, ἀπό τήν εὐλογημένη ἐκείνη ἱστορική περίοδο, πού ἡ Ὀρθοδοξία συναντήθηκε μέ τήν Ἑλληνικότητα καί ζυμώθηκαν μαζί στόν ἄρτο τῆς Ρωμηοσύνης, τό ΟΧΙ τό Ἀρχαιοελληνικό ξεπετάχτηκε ἀπό τά χαρακώματα τῶν μαχῶν γιά τήν Ἐλευθερία, καί πέρασε, μέσῳ τῶν Ἁγίων μας Πατέρων, τό ἴδιο δυνατό καί στά πεδία τῶν μαχῶν γιά τήν Πίστη. Ὅποιους Ἕλληνες Πατέρες τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς καί νά μελετήσεις, θά δεῖς ὅτι τό ΟΧΙ εἶναι τό κέντρο τῆς ζωῆς τους. Τό ΟΧΙ στήν ἁμαρτία καί στήν πλάνη. Τό εἶπαν καί μαρτύρησαν. Τό βροντοφώναξαν καί ὁ Θεός τῆς Ἀληθείας τούς ἐδόξασε.
Μήπως δέν ἀντέταξε τό ΟΧΙ ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν φαυλότητα τοῦ παλατιοῦ;
Μήπως δέν ἄστραψε τό ΟΧΙ τοῦ Ἁγίου Νικολάου πάνω στά μάγουλα τοῦ Ἀρείου;
Μήπως δέν εἶπε τό ΟΧΙ στούς θρόνους τούς αἱρετικούς
καί ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος;
Μήπως δέν τό εἶπε τό ΟΧΙ, τό μέγα καί μοναδικό ΟΧΙ, ὁ μακάριος ἐκεῖνος ἀνήρ, ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός;
Χίλιοι διακόσιοι Νεομάρτυρες, οἱ κορυφαῖοι ἀντιστασιακοί ὅλων τῶν αἰώνων, τί ἀπάντησαν κατάμουτρα στήν τουρκική βαρβαρότητα; Δέν ἀντέταξαν ἕνα τεράστιο ΟΧΙ στήν σκλαβιά τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς;
Ἤ μήπως δέν τό βροντοφώναξε τό ΟΧΙ καί ὁ θρυλικός μας Παππουλᾶκος, ἀγωνιζόμενος νά μᾶς σώσει ἀπό τά σαγόνια τῶν ξενόφερτων προτεσταντῶν ἀντιβασιλέων καί τῶν ἰθαγενῶν συνεργατῶν τους;
Καί γιά νά ἔρθουμε στά χρόνια τά τωρινά. Μήπως δέν ἦταν ὁ ἡρωϊκός μητροπολίτης Αὐγουστίνος Καντιώτης ἐκεῖνος, πού βροντοφώναξε τό ΟΧΙ στήν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ καί τό ξεπούλημα τῆς Μακεδονίας μας;
Ἤ μήπως δέν εἶπε τό ΟΧΙ, γιά τούς ἴδιους λόγους,