Ζοῦμε,
ἀγαπητοί μου, σὲ ἡμέρες πονηρές. Τὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος τοῦ εὐαγγελίου
εἶνε δύσκολο. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια λίγα ἔλεγε ὁ παπᾶς καὶ οἱ Χριστιανοὶ
σὰν τὴ διψασμένη γῆ ῥουφοῦσαν τὰ λόγια του. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἔχουν
ἀπαιτήσεις, εἶνε μορφωμένοι. Θέλουν φιλοσοφίες καὶ κοινωνιολογίες μὲ
γλῶσσα εὐγενῆ, ὄχι μὲ λέξεις ποὺ σοκάρουν.
Ἔλα ὅμως ποὺ οἱ λέξεις
αὐτὲς ὑπάρχουν στὸ Εὐαγγέλιο; Πῶς νὰ κάνουμε; νὰ προδώσουμε τὴν ἀποστολή
μας; Προτιμῶ νὰ μὲ πῆτε ἀγροῖκο καὶ ἀσυγχρόνιστο, παρὰ νὰ μεταχειριστῶ
λέξεις ποὺ νὰ μὴ ἀποδίδουν τὴν πραγματικότητα. Ἡ ἐποχή μας διαπράττει
μὲν ὅλα τὰ αἴσχη, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ λὲς «τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴ σκάφη
σκάφη», τὸ σκοτάδι σκοτάδι καὶ τὴν ἡμέρα ἡμέρα. Μὲ κίνδυνο λοιπὸν νὰ
παρεξηγηθῶ καὶ νὰ σοκάρω στ᾽ αὐτιὰ ὡρισμένων, θὰ μιλήσω ἐπάνω σ᾽ ἕνα
θέμα κοινωνικό, μὲ τὴ γλῶσσα ὄχι τοῦ κόσμου ἀλλὰ τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦ
Ἐσταυρωμένου. Τὸ θέμα μᾶς τὸ δίδει μία ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ σημερινοῦ
εὐαγγελίου.