Ἀκούσατε,
ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἀγαπᾶ τε
τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ διαβάζετε τακτικά, καθημερινῶς. Καὶ ὄχι μόνο τὸ
διαβάζετε, ἀλλὰ καὶ προσπαθεῖτε νὰ τὸ ἐφαρμόσετε στὴ ζωή σας.
Ὑπάρχουν ὅμως ἄλλοι, ποὺ ἅμα τοὺς πῇς, Διάβασε Εὐαγγέλιο, κάνουν ἕνα μορφασμὸ εἰρωνείας καὶ λένε·
–Οὔφ,
καημένε! Τὸ Εὐαγγέλιο ἦταν γιὰ «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ». Τώρα πάλιωσε. Νέες
ἰδέες, νέα συστήματα ἐπικρατοῦν στὸν κόσμο… Τί ἔχουμε ν᾿ ἀπαντήσουμε σ᾿
αὐτούς; Δυστυχισμένοι ἄνθρωποι!
Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν παλιώνει. Μένει
αἰώνιο. Ὅπως ὁ ἥλιος δὲν παλιώνει, ἔτσι καὶ τὸ Εὐαγγέλιο. Εἶνε ἥλιος
πνευματικὸς ποὺ φωτίζει τὸν κόσμο.
Ἀπόδειξις ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο δὲν
παλιώνει εἶνε καὶ τὰ σημερινὰ λόγια του. Τί μᾶς λέει; «Καθὼς θέλετε ἵνα
ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. 6,
31). Δώδεκα λέξεις. Ἀλλὰ μέσα σ᾿ αὐτὲς τὶς δώδεκα λέξεις περικλείονται
τὰ πάντα.
Ὁ Κύριος μᾶς δείχνει τὸν τρόπο νὰ ζήσουμε ἁρμονικὰ στὴν κοινωνία. Μᾶς δίνει ἕνα χρυσὸ κανόνα, ἕνα χρυσὸ κλειδί, μὲ τὸ ὁποῖο
Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2024
Τὸ κλειδὶ «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. 6,31) (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης
Η τέλεια αγάπη Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Λουκ. στ’ 31-36)
Όταν
οι άνθρωποι έχουν παντοτινή επίγνωση της φιλανθρωπίας του Θεού προς
αυτούς, θα είναι φιλάνθρωποι κι ο ένας προς τον άλλον. Δεν υπάρχει
τίποτ’ άλλο που να κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους προς τους άλλους, όσο
η πεποίθηση πως κανένας δε θέλει να δώσει και στους ίδιους. Κανένας;
Και πού είναι ο Θεός τότε; Δε μας αποζημιώνει κάθε μέρα και κάθε νύχτα ο
Θεός με την ευσπλαχνία Του, σε αντίθεση μ’ εμάς που είμαστε άσπλαχνοι;
Δεν είναι πιο σπουδαίο για μας να μας ευεργετήσει ο Βασιλιάς στην αυλή
Του με την ευσπλαχνία Του, αντί να μας ευεργετούν οι δούλοι Του; Τί μας
ωφελεί αν μας ευεργετούν όλοι οι δούλοι Του, αλλά ο Βασιλιάς είναι
συγκρατημένος απέναντι μας;
Οι άνθρωποι γίνονται ανελεήμονες όταν
περιμένουν από τους άλλους να τους ελεήσουν, ενώ οι άλλοι περιμένουν το
ίδιο απ’ αυτούς. Σ’ αυτήν την αμοιβαία αναμονή, στο να περιμένει δηλαδή
ο ένας από τον άλλον να τον ελεήσει, όλοι οι άνθρωποι, σαν ένας γενικός
κανόνας, γίνονται άσπλαχνοι κι ανελεήμονες. Η ελεημοσύνη όμως δεν είναι
παθητική
Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2024
"Ἄγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος
Ήχος β΄
Απόστολε, Χριστώ τω Θεώ ηγαπημένε, επιτάχυνον, ρύσαι λαόν αναπολόγητον δέχεταί σε προσπίπτοντα, ο επιπεσόνα τω στήθει καταδεξάμενος όν ικέτευε Θεολόγε, και επίμονον νέφος εθνών διασκεδάσαι, αιτούμενος ημίν ειρήνην, και το μέγα έλεος.
26 Σεπτεμβρίου, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Σὰν σήμερα...
κουβέντα του Χριστού προς τον Πέτρο: «Βόσκε τά ἀρνία μου». Και εγώ πιάστηκα από τα παιδιά. Λαμπάδιασα από τη γραφή.
Η διήγηση από το γέροντα μας ✝π. Αθανάσιο Χατζή, από διάφορες συνεντεύξεις και κηρύγματα.
Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024
Όταν έχεις απλότητα, όταν έχεις αγάπη, λάμπει ο εσωτερικός άνθρωπος
Ιερά Μονή Παναγίας Θεοτόκου Δουραχάνης Ιωαννίνων
Ομιλία ♱π. Αθανασίου Χατζή
080928
Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 22 Σεπτεμβρίου 2024 Α΄ Λουκᾶ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἑστὼς ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. Καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. Καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.
Κυριακή Α΄Λουκά: σχετικά με τη θαυμαστή κλήση των πρώτων μαθητών από τον Κύριο (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)
(Αποσπάσματα από την ομιλία ΙΔ΄ του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου)
«καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων».
(…)Και περπατώντας κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, τον Σίμωνα, που, με το όνομα το οποίο του έδωσε αργότερα ο Κύριος, ονομάστηκε Πέτρος και τον Ανδρέα τον αδελφό του. Έριχναν τα δίχτυα τους στη θάλασσα, σαν ψαράδες που ήσαν. «Ακολουθήστε με, τους είπε, και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων». Αυτοί λοιπόν, αφού άφησαν αμέσως τα δίχτυα, Τον ακολούθησαν.
«οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Πρόσεξε την πίστη και την υπακοή τους. Διότι αν και βρίσκονταν στο μέσο της εργασίας τους (γνωρίζετε βέβαια πόσο απαιτητική είναι η αλιεία), όταν άκουσαν την προτροπή του Κυρίου δεν ανέβαλαν, ούτε το μετέθεσαν γι΄ αργότερα, ούτε είπαν· «Άμα γυρίσουμε στο σπίτι, ας συνεννοηθούμε πρώτα με τους δικούς μας». Αλλά αφού εγκατέλειψαν τα πάντα, Τον ακολούθησαν, όπως ο Ελισσαίος ακολούθησε κάποτε τον προφήτη Ηλία. Πραγματικά αυτού του είδους την υπακοή ζητεί από μας για τη μετάνοιά μας ο Χριστός, ώστε μήτε δευτερολέπτου αναβολή να μην κάνουμε, ακόμα κι αν κάτι από τα πιο απαραίτητα προς το ζην μας επείγει, όπως κρίνουμε. Γι’ αυτό και κάποιον άλλον που Τον πλησίασε και ζήτησε να πάει πρώτα να θάψει τον πατέρα του, μήτε αυτό δεν τον άφησε να κάνει, δείχνοντας ότι από όλα πρέπει να προτιμούμε να Τον ακολουθήσουμε και να γίνουμε μαθητές Του.
Εάν πάλι θεωρείς ότι Τον ακολούθησαν επειδή ήταν μεγάλη η υπόσχεση, και πάλι τους θαυμάζω γι’ αυτό και ακόμη περισσότερο, επειδή παρόλο που δεν είχαν δει ακόμα κανένα θαυματουργικό σημείο, πίστεψαν σε τόσο μεγάλη υπόσχεση και όλα τα άλλα τα θεώρησαν δευτερεύοντα μπροστά στο να Τον ακολουθήσουν.
Κυριακή Α’ Λουκά (Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας)
(Λουκ. ε΄. 1-11)
«Τὸν
ἐστρίμωχναν τὰ πλήθη, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ κι αὐτὸς
στεκόταν κοντὰ στὴ λίμνη Γενησαρέτ. Εἶδε δυὸ βάρκες ἀραγμένες στὴν
ἀκρολιμνιά· οἱ ψαράδες πιὸ κεῖ ἔπλυναν τὰ δίχτυα τους. Μπῆκε σὲ μιὰ ἀπ’
αὐτὲς ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ξεμακρύνη λίγο ἀπὸ τὴ
στεριά. Κι ἀφοῦ κάθισε ἄρχισε νὰ διδάσκη τὸν κόσμο μέσ’ ἀπὸ τὴ βάρκα.
Ὅταν τέλειωσε εἶπε στὸ Σίμωνα· Γύρισε στ’ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξετε τὰ δίχτυα
γιὰ ψάρεμα.
Τοῦ
ἀποκρίθηκε ὁ Σίμωνας καὶ τοῦ εἶπε· Δάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα κοπιάσαμε καὶ
δὲν πιάσαμε τίποτα. Θὰ ρίξω ὅμως τὸ δίχτυ ἀφοῦ τὸ ὁρίζεις. Ἔκαμαν ἔτσι
κι ἔπιασαν τόσο μεγάλο πλῆθος ψάρια ποὺ ἄρχισε τὸ δίχτυ νὰ σπάζη.
Φώναξαν τοὺς συνεταίρους τους τῆς δεύτερης βάρκας νὰ πᾶν νὰ τοὺς
βοηθήσουν. Πῆγαν καὶ γέμισαν καὶ οἱ δύο βάρκες σὲ σημεῖο νὰ βουλιάζουν.
Ὅταν τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Σίμωνας πέφτει στὰ γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν
παρακαλεῖ. Ἕβγα ἀπ’ τὴ βάρκα μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλός. Τὸν εἶχε
γεμίσει θάμπος κι αὐτὸν κι ὅλους τοὺς συντρόφους του γιὰ τὰ ψάρια ποὺ
εἶχαν πιάσει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμοια εἶχαν ξαφνιαστῆ
ΜΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ
Γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἀναπάντητη ἡ πρώτη του κλήση, ὁ Χριστὸς
φρόντισε νὰ προετοιμάσει τὸ ἔδαφος. Εἶχε μιὰ πρώτη γνωριμία μαζί τους. Μερικοὶ ἦταν ἤδη μαθητὲς τοῦ Προδρόμου. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης τοὺς εἶχε σπρώξει πρὸς τὸν Χριστό. Τὸν βρῆκαν, τοῦ μίλησαν, πῆγαν στὸ σπίτι του, ἔμειναν καὶ λίγο μαζί του. Τὸν ἄκουσαν νὰ μιλάει στὰ πλήθη, εἶδαν τὰ πρῶτα του θαύματα στὴν Κανᾶ καὶ τὴν Καπερναούμ.
Καὶ τέλος, εἶδαν νὰ γίνεται καὶ σ’ αὐτοὺς μεγάλο θαῦμα μὲ τὴν ἀνέλπιστη ἁλιεία καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἰχθύων. Ἤξεραν λοιπὸν μὲ ποιὸν εἶχαν νὰ κάνουν. Ἔτσι, στὴν πρώτη κλήση τοῦ Χριστοῦ ἄφησαν τὰ πάντα καὶ τὸν ἀκολούθησαν (Κυριακὴ Α΄ Λουκᾶ).
Τί ἀκριβῶς μέτρησε στὴ σχέση τους μὲ τὸν Χριστό; Κάποιο
συμφέρον; Ἀσφαλῶς ὄχι! Δὲν σκέφτηκαν νὰ τὸν ἐκμεταλλευτοῦν γιὰ νὰ κάνουν τὴ ζωή τους. Δὲν ἦταν ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ χόρτασαν μὲ τοὺς πέντε ἄρτους κι ἔτρεχαν νὰ κάνουν τὸν Χριστὸ βασιλιά τους, γιὰ νὰ τοὺς λυθοῦν ὁριστικὰ τὰ βιοποριστικά τους προβλήματα. Ἄλλωστε, τὴ στιγμὴ ποὺ μὲ τὴν ἀπροσδόκητη ψαριὰ ἔπιασαν τὴν καλή, ἄκουσαν ἀμέσως ἀπ’ τὸν Χριστό: «Παρατῆστε τα ὅλα κι ἐλᾶτε μαζί μου». Οὔτε τοὺς δόθηκε κάποια δελεαστικὴ ὑπόσχεση. Ἀντιθέτως! Ἀντὶ γιὰ εὔκολη ζωὴ καὶ τιμές, ὁ Χριστὸς τοὺς ὑποσχέθηκε «ποτήριον θανάτου». Γιατί τότε ἔτρεξαν ξοπίσω του σὰν τρελοί;