Χωρὶς Θεό, ἀγαπητοί μου, δὲ ζῇ ὁ ἄνθρωπος. Καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἔθνος καὶ λαὸς ποὺ νὰ μὴ πιστεύῃ στὸ Θεό.
Ὑπάρχουν πολλὲς θρησκεῖες. Ἀλλ᾽ ἐὰν μὲ ρωτήσετε, ποιά ἀπ᾽ ὅλες εἶνε ἡ ἀληθινή, ποιά ἀνταποκρίνεται στὶς πνευματικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀπαντῶ· ἡ θρησκεία ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.
Καὶ εἶνε ἡ μόνη ἀληθινή, γιατὶ αὐτὸς ποὺ τὴν ἵδρυσε δὲν εἶνε ἕνας ἄνθρωπος ἁπλῶς, ὅπως ὁ Μωάμεθ ποὺ ἵδρυσε τὴ θρησκεία τῶν Τούρκων ἢ ὅπως ὁ Βούδδας ποὺ ἵδρυσε τὴ θρησκεία τῶν Ἰνδῶν, δὲν εἶνε ἕνας φιλόσοφος ἢ ἄλλος μεγάλος ἄνδρας τῆς ἱστορίας.
Ὁ Χριστός, ποὺ ἵδρυσε τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, εἶνε Θεός. Αὐτὴ εἶνε ἡ ῥίζα καὶ τὸ θεμέλιο τοῦ Χριστιανισμοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καμμία δύναμι στὸν κόσμο δὲ θὰ μπορέσῃ ποτὲ νὰ γκρεμίσῃ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Κι ἂν ἐμεῖς τὸ ἀρνηθοῦμε, καὶ οἱ πέτρες ποὺ πατοῦμε θὰ φωνάξουν ὅτι «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).
Θὰ πῇς· Μὰ ἐγὼ σήμερα θέλω ἀποδείξεις. Ὑπάρχουν ἀποδείξεις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός;
Ὑπάρχουν πλῆθος ἀποδείξεις. Καὶ πρὶν ἀπ᾽ ὅλα τὰ θαύματά του, ποὺ ποτέ δὲν σταμάτησαν. Μετρᾷς τὴν ἄμμο τῆς θαλάσσης, τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τὰ φύλλα τῶν δασῶν; Ἄλλο τόσο μπορεῖ κανεὶς νὰ μετρήσῃ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύριος ἡμῶν
Ἰησοῦς Χριστός.
Δύο θαύματα διηγεῖται τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τὸ ἕνα εἶνε μεγαλύτερο, τὸ ἄλλο μικρότερο. Ποιά εἶνε αὐτά;
* * *
Ὁ Χριστὸς πῆγε σὲ μιὰ πόλι. Μόλις τό ᾽μαθε ὁ κόσμος, αὐθορμήτως σχημάτισε διαδήλωσι· λαὸς πολὺς βγῆκε νὰ τὸν ὑποδεχθῇ. Καθὼς περπατοῦσε ὁ Χριστός, ἦρθε ἕνας, ἔπεσε μπρούμυτα μπροστά του καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια τὸν παρακαλοῦσε. Δὲν ἦταν φτωχὸς ζητιάνος· ἦταν ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἰάειρος. Ἦταν πλούσιος, ἀλλὰ δυστυχισμένος. Μὲ τὰ λεφτά, βλέπετε, ἀγοράζεις τὰ πάντα, ἕνα δὲν ἀγοράζεις· τὴν εὐτυχία. Καὶ αὐτὸς ἦταν δυστυχισμένος, διότι μέσ᾽ στὸ σπίτι του συνέβη κακό.
Τὸ μονάκριβο κορίτσι του ἀρρώστησε, ἔπεσε στὸ κρεβάτι· καί, μολονότι ξώδεψε πολλὰ γιὰ νὰ τὸ θεραπεύσῃ, δὲν κατώρθωσε τίποτε. Ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα τὸ κορίτσι πέθαινε. Ἀπελπισμένος βγῆκε στοὺς δρόμους. Πῆγε στὸ Χριστὸ καὶ τοῦ ζήτησε νὰ ἔρθῃ στὸ σπίτι του. Ὁ Χριστὸς δέχθηκε. Ἀλλ᾽ ἐνῷ προχωροῦσαν γιὰ τὸ σπίτι, ἔρχεται ἀπὸ ᾽κεῖ ἕνας ὑπηρέτης τοῦ Ἰαείρου καὶ τοῦ λέει· Τὸ κορίτσι σου πέθανε, μὴν ἐνοχλεῖς πιὰ τὸν διδάσκαλο. Ὁ Χριστός, ποὺ τ᾽ ἄκουσε, στρέφεται στὸν πατέρα καὶ λέει· Μὴ φοβᾶσαι· μόνο πίστευε, καὶ θὰ σωθῇ.