
Το
έργον επρόφθασε τους λόγους, και οι Φαρισαίοι απεστομώθησαν ακόμη
περισσότερο. Διότι ήταν αρχισυνάγωγος αυτός που ήλθε, και το πένθος
βαρύ. Το παιδί μονογενές και στο άνθος της ηλικίας του, μόλις δώδεκα
ετών. Και το ανέστησε δια μιάς.
Εάν δε ο Λουκάς λέγει ότι ήλθαν και
είπαν «μη σκύλλε, μη ταλαιπωρείς τον διδάσκαλον’ τέθνηκε γαρ», θα
απαντήσωμε τούτο, ότι το «άρτι ετελεύτησε» το είπεν εκείνος στοχαζόμενος
τον χρόνο της οδοιπορίας ή για να επαυξήσει την συμφορά.
Συνηθίζουν,
όσοι παρακαλούν, να μεγαλοποιούν με τα λόγια την συμφορά τους, και να
προσθέτουν κάτι επιπλέον ώστε να προσελκύσουν περισσότερο τους
ικετευομένους. Κοίτα όμως την απλοϊκότητά του. Δύο πράγματα απαιτεί από
τον Χριστόν, και να έλθει ο ίδιος, και να βάλει το χέρι του επάνω.
Πράγμα που σημαίνει ότι η μικρή ανέπνεε ακόμη όταν την άφησε. Το ίδιο απαιτούσε και εκείνος ο Σύρος Νεεμάν από τον Προφήτην.
Ζητούσε,
λέγει, και να εξέλθει, και το χέρι να βάλει επάνω. Πράγματι, όσοι είναι
πιο παχείς στον νου, χρειάζονται και την όραση και τα αισθητά πράγματα.
Ενώ λοιπόν ο Μάρκος λέγει ότι έλαβε τους τρεις μαθητάς, καθώς και ο
Λουκάς, ο Ματθαίος λέγει απλώς τους μαθητάς.
Για ποίον λόγον όμως
δεν παρέλαβε τον Ματθαίον, αν και είχε μόλις προσέλθει; Για να του
δημιουργήσει μεγαλυτέραν επιθυμία, και επειδή ήταν ακόμη ατελέστερος.
Γι’ αυτό τιμά τους τρεις μαθητάς, ώστε να γίνουν και οι άλλοι όπως
εκείνοι.