Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021
Κυριακή ΙΕ’ Λουκά: Ομιλία εις τον Ζακχαίον τον Τελώνην (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)
Ὅσοι ἐπιθυμοῦν τὰ καλά, δέ διαφέρουν ἀπὸ τοὺς διψασμένους, ἀγαπητοί. Ὅσο δὲ βρίσκουν αὐτὸ ποὺ ζητοῦνε, τόσο ἀνάβει ἡ δίψα τους γιὰ ὅ,τι ποθοῦν. Καὶ τὴ νύχτα ὀνειρεύονται σὰ διψασμένοι τίς πηγές τῶν πόθων τους. Κι ὅταν ξημερώση πηγαίνοντας ἀπό τόπο σέ τόπο, μέ ἀεικίνητα μάτια βλέποντας γύρω, ἀναζητοῦν αὐτά πού ποθεῖ ἡ καρδιά τους. Κι ὅπως ὁδοιπόροι, πού σέ ὥρα μεσημεριοῦ διασχίζουν ἄνυδρο τόπο, ἀναγκασμένοι ἀπὸ τὴ δίψα βλέπουν γύρω τους πηγές· καὶ πολλὲς φορὲς θὰ τοὺς δῆς ν’ ἀνεβαίνουν καὶ βουνὰ ὅπου ὑπάρχει πηγή· κι ὅταν ἀπό μακριὰ τὴ δοῦν, χαίρονται καὶ συνεχίζουν τὴν πορεία τους πρὸς αὐτὴ μέ βιάση· ἔπειτα φθάνουν στὴν πηγὴ καὶ σβήνουν μὲ τὸ νερὸ τὴ δίψα τους· τέτοιοι εἶναι κι οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἡμέρα ἀναζητοῦν τὸν ποθητό τους Χριστὸ μὲ καλά ἔργα καὶ τὴ νύχτα εἶναι κοντά του μὲ τὴν προσευχή κι ὅταν κοιμοῦνται βλέπουν στὸ ὄνειρό τους ὅτι περπατοῦν μαζί του.
Ὅταν στὰ ὁράματά τους τὸν ἰδοῦν ἀπὸ μακριά χαίρονται κι ἀναγαλλιάζουν καθὼς οἱ διψασμένοι, ὅταν βροῦν τὶς πηγὲς ποὺ ποθοῦν. Κι ὅταν ξυπνήσουν θέλουν νά ξανακοιμηθοῦν, γιὰ ν’ ἀντικρύσουν στὸν ὕπνο τους τὴν ἴδια πάλι ὁπτασία. Τέτοιος καὶ ὁ Ζακχαῖος ποὺ διαβάσαμε πρὶν ἀπὸ λίγο στὸ Εὐαγγέλιο. Δῆτε τον ποὺ τρέχει καὶ ὁ θεῖος πόθος τὸν πυρπολεῖ·
Κυριακή ΙΕ’ Λουκά: Η μετάνοια του Ζακχαίου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
(Λουκ. ιθ’ 1-10)
Όποιος θέλει να δει το Χριστό, πρέπει να σκαρφαλώσει πνευματικά, να υπερβεί τη φύση, γιατί ο Χριστός είναι ανώτερος απ’ αυτήν. Είναι πιο εύκολο να δεις ένα βουνό όταν είσαι πάνω σ’ ένα λόφο, παρά όταν βρίσκεσαι σε μια κοιλάδα. Ο Ζακχαίος ήταν κοντόσωμος άνθρωπος. Επειδή ήθελε πολύ να δει το Χριστό όμως, σκαρφάλωσε σ’ ένα ψηλό δέντρο. Εκείνος που θέλει να πλησιάσει το Χριστό πρέπει να εξαγνιστεί, γιατί θα συναντήσει τον Άγιο των αγίων, τον Ιερό των ιερών. Ο Ζακχαίος είχε μολυνθεί από τη φιλοχρηματία και την ασπλαχνία. Έτσι όταν αποφάσισε να συναντήσει το Χριστό, έσπευσε να εξαγνιστεί με μετάνοια και με έργα ελέους. Μετάνοια είναι η απομάκρυνση απ’ όλους τους παλιούς δρόμους που πατούν τα πόδια των ανθρώπων, αυτούς που ακολουθούν οι σκέψεις κι οι επιθυμίες τους, και η επιστροφή σ’ έναν καινούργιο δρόμο: στο μονοπάτι του Χριστού. Πώς όμως μπορεί να μετανοήσει ένας αμαρτωλός αν η καρδιά του δε συναντήσει το Χριστό και δεν αναγνωρίσει την αμαρτωλότητά του; Προτού ο κοντόσωμος Ζακχαίος δει
Εὐαγγέλιο Κυριακῆς, 31 Ἰανουαρίου 2016. Συνάντηση Χριστοῦ καὶ Ζακχαίου.
Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021
Μαργαριτάρια ἀπό τούς λόγους τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου
Τί εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ;
Θεωρία τοῦ Θεοῦ, δοξολογία καὶ ὑμνῳδία μαζί μέ τοὺς ἀγγέλους.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλύπτεται, φωτίζει, ζωοποιεῖ, ἤ μᾶλλον εἶναι τὸ Ἴδιο φῶς καὶ ζωή. Καθιστᾶ τοὺς ἀνθρώπους ναούς, τοὺς θεοποιεῖ καὶ τοὺς τελειοποιεῖ.
Μήν θέλεις νά μὲ πείσεις μέ τὰ λόγια, ἀλλά μέ τὰ ἔργα. Ἀποστρέφομαι τήν διδασκαλία πού εἶναι ἀντιθέτη μέ τὸν τρόπο ζωῆς.
Καλύτερα νά προσεύχεται ὁ ἄνθρωπος καὶ νά συνομιλεῖ μέ τὸν Θεό, παρὰ ν’ ἀναπνέει·καὶ ἂν μπορεῖ κανεὶς

Ταπεινό φρόνημα
«Σε όλα να έχουμε το ταπεινό φρόνημα πως ό,τι κάναμε, το κάναμε, διότι μας το έδωσε ο Θεός. Ό,τι έχουμε, το έχουμε από τον Θεό. Σου είπε ο λογισμός ότι με το χέρι σου βοήθησες; Ε, ωραία, το χέρι δεν σου το έδωσε ο Θεός; Με το στόμα είπες καλό λόγο; Έσωσες κάποιον άνθρωπο με την καλή συμβουλή; Μη καυχιέσαι. Και τον λόγο και το στόμα σου τα έδωσε ο Θεός. Με τα πόδια έτρεξες και εξυπηρέτησες; Και τούτο του Θεού είναι. Με την καρδιά σου, με την εσωτερική σου φωνή και τον ενδιάθετο λόγο υμνολόγησες τον Θεό, ή σκέφτηκες αγαθό για τον Θεό και για τον πλησίον; Η καρδιά και ο λόγος του Θεού είναι. Μήπως εσύ που γεννήθηκες το ήθελες; Ο Θεός σε έφερε στο «είναι». Αφού όλα είναι δώρα του Θεού και τον Θεό πρέπει να δουλεύουν, τότε εσύ τι προσφέρεις στον Θεό;»
Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας
🇬🇷1821-2021🇬🇷 Θυμάμαι & τιμώ
«Οι καημένοι οι καλόγεροι, οπού αφανίστηκαν εις τον αγώνα… οπού αυτά τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα προπύργια της απανάστασής μας. Ότι εκεί ήταν και οι τζεμπιχανέδες [πυριτιδαποθήκες] μας κι’ όλα τα αναγκαία του πολέμου· ότ’ ήταν παράμερον και μυστήριον από τους Τούρκους. Και θυσίασαν οι καημένοι οι καλόγεροι και σκοτώθηκαν οι περισσότεροι εις τον αγώνα… και ζούσαν μαζί τους τόσοι φτωχοί κι έτρωγαν ψωμί...
...και βρίζουν, οι πουλημένοι εις τους ξένους, και τους παπάδες μας, οπού τους ζυγίζουν άναντρους και απόλεμους. Εμείς τους παπάδες τούς είχαμε μαζί εις κάθε μετερίζι, εις κάθε πόνον και δυστυχίαν. Όχι μόνον διά να βλογάνε τα όπλα τα ιερά, αλλά και αυτοί με ντουφέκι και γιαταγάνι, πολεμώντας ωσάν λεοντάρια...».
Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη