Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021
Πνευματικοί Διάλογοι με τον Ρουμάνο ησυχαστή π. Ηλίε Κλεόπα. Ένατη συνομιλία (ερωτ. 255 -256)
Πνευματικοί Διάλογοι με τον Ρουμάνο ησυχαστή π. Ηλίε Κλεόπα. Ένατη συνομιλία (ερωτ. 255 -256)
255. Σε ποια περίπτωση επιτρέπεται να συγκεντρώνει κανείς χρήματα;
Για τέσσερις λόγους, λέγουν οί Θείοι Πατέρες, συγκεντρώνουν οί άνθρωποι χρήματα. Από την μανία για την απόκτηση περιουσίας, ή οποία είναι προσκύνησις των ειδώλων καί σημάδι απιστίας, για να έχουν, όπως λέγουν οί ίδιοι, στα γεράματα των, νομίζοντας ότι ό Θεός θα παύση τότε να φροντίζη γι' αυτούς. Άλλα Αυτός πού σε τρέφει σήμερα θα παύση να σε θρέψη καί αύριο;
Άλλοι συγκεντρώνουν υλικά αγαθά χάριν απολαύσεως, για να τρώγουν καί να ζουν με πολυτέλεια. Άλλοι από κενοδοξία καί έπαινο του κόσμου. Ενώ άλλοι συγκεντρώνουν αγαθά για άλλους, δηλ. για οικογένειες, για ασθενείς, για πτωχά μοναστήρια κ.λ.π. Αυτοί δεν αμαρτάνουν αλλά έχουν καί μισθό, διότι δεν σπαταλούν την περιουσία τους στα μάταια ούτε την αποκτούν για να την κρύψουν από φιλαργυρία.
Όσοι από τους μοναχούς είναι αληθινοί στην ζωή τους καί φυλάγουν με ευλάβεια τον θεσμό της ακτημοσύνης, για κάθε Τι το γήινο, δεν είναι υποχρεωμένοι να κάνουν υλική ελεημοσύνη. Αυτοί βοηθούν καλλίτερα τον κόσμο, με την αγία προσευχή καί το παράδειγμα της ζωής τους.
Τα μοναστήρια ανέκαθεν έκαναν ελεημοσύνη
Δεν ήμασταν καλά και όταν ... ήμασταν καλά! Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης
Επαναλαμβανόμενες διαπιστώσεις
Η εποχή που διανύουμε δεν πάσχει μόνο από σοβαρή οικονομική κρίση αλλά και από κρίση αξιών. Αμφισβητούνται ιστορικές, παραδοσιακές και θεμελιώδεις αρχές. Αρκετοί ενοχλούνται από τη σιωπή των πνευματικών ανθρώπων. Δεν υπάρχει θαρρετή ομολογία, υπεύθυνη αντίσταση, λόγος ζωηρός και βαθύς, που θα αναπαύσει όσους δακρύζουν, για το ξεθεμελίωμα της αγαπητής πατρίδος, τον ευτελισμό της Εκκλησίας, το ξερίζωμα της Παραδόσεως.
Η λήθη του παρελθόντος νοσεί το παρόν. Μοσχοθυμίαμα δεν οσφραίνεται, το ευαγγέλιο αργεί, η ευλάβεια ειρωνεύεται, οι γιαγιάδες δεν λένε παραμύθια και συναξάρια στα εγγονάκια τους, αλλά παρακολουθούν εναγώνια τουρκικά σίριαλ στην έγχρωμη τηλεόραση. Η Αγιά Σοφιά έφυγε από τους τοίχους, που γέμισαν από ημίγυμνους, αλυσοδεμένους τραγουδιστές.
Οι Μικρασιάτες λησμόνησαν και

Κυριακή E’ Λουκά: Ερμηνεία του Ευαγγελίου (Αρχιεπίσκοπος Αστραχάν και Σταυρουπόλεως Νικηφόρος Θεοτόκης)
(Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Κεφ. Ιστ. 19 – 31)
– Ήταν η περίπτωση του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου ιστορία ή παραβολή; Ποιός ο σκοπός της αναφοράς αυτής στο Ευαγγέλιο;
– Ποιά ενδύματα ελέγοντο βύσσος;
– Γιατί αναφέρεται μόνο το όνομα του πτωχού και όχι του πλουσίου;
– Εστράφη ο πτωχός εναντίον του Θεού για τα πολλά του πάθη; Κατηγόρησε τον πλούσιο για την στάση του;
– Τί σημαίνει ο "κόλπος του Αβραάμ" και γιατί δεν είπε και περί του πτωχού το ετάφη, όπως είπε για τον πλούσιο;
– Τί συμβαίνει στις ψυχές των δικαίων και τί στις ψυχές των αμαρτωλών μετά το θάνατό τους;
– Πότε οι δίκαιοι θα απολαύσουν το τέλειον της θείας δόξης, ενώ οι αμαρτωλοί το τέλειον της κολάσεως;
– Τί σημαίνουν οι φωνές του πλουσίου και η οικτρά δέησις και η δίψα;
– Γιατί ο Αβραάμ ονομάζει "τέκνον" τον πλούσιο;
– Όλοι όσοι απολαμβάνουν τα επίγεια αγαθά κολάζονται στην μέλλουσα ζωή και όσοι πάσχουν εν τω κόσμω δοξάζονται στον ουρανό;
– Είναι δυνατόν ένας αμαρτωλός μετά τον θάνατό του να μεταβεί εκ του τόπου της βασάνου εις τον τόπον της μακαριότητος; Αν ναι, πότε γίνεται αυτό και με ποιόν τρόπο;
– Τί ήταν αυτό που έκανε τον ασυμπαθή πλούσιο να προνοήσει, μετά τον θάνατό του, για τους αδελφούς του;
– Όποιος δεν πιστεύει και δεν πείθεται στα λόγια της Θείας Γραφής, αυτός δεν θα πιστεύσει ακόμα και σε θαύμα ανάστασης! Πώς επιβεβαιώνεται κάτι τέτοιο;
– Γιατί η παραβολή αυτή παριστάνει τους κολασμένους να βλέπουν και να αναγνωρίζουν τους δικαίους και το αντίστροφο; Αν όμως οι δίκαιοι βλέπουν τους κατάδικους, δεν θα σμικρύνεται η τελειότητα της χαράς τους, λόγω της ευσπλαγχνίας τους;
– Θα μπορούν και μετά την Δευτέρα Παρουσία να βλέπουν οι δίκαιοι τους κολασμένους;
Διαβάστε την ερμηνεία από το "Κυριακοδρόμιο των τεσσάρων Ευαγγελιστών", του Νικηφόρου Θεοτόκη (τόμ. 2ος, σελ. 44 – Έκδοσις 1840), πατώντας εδώ
Κυριακή Ε’ Λουκά: Ομιλία εις τον πλούσιον και τον εις τον Λάζαρον (Οσίου Αστερίου Επισκ. Αμασείας)
Ομιλία του Οσίου πατρός ημών Αστερίου Επισκόπου Αμασείας, στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον εις τον πλούσιον και εις τον Λάζαρον
Ο Θεός και Σωτήρ ημών εκπαιδεύει τους ανθρώπους όχι μόνον με αποφατικά και δογματικά θεσπίσματα, ώστε να μισούν την κακίαν και να αγαπούν την αρετήν, αλλά χρησιμοποιώντας και διαφωτιστικά υποδείγματα, παραδίδει με σαφήνεια τα μαθήματα της αγαθής βιοτής. Μας βοηθεί έτσι με έργα και με λόγους, να προαχθούμε στην κατάληψη της αγαθής και φιλοθέου ζωής. Πράγματι, αφού επανειλημμένως μας έχει παραγγείλει με το στόμα των Προφητών και των Ευαγγελιστών, αλλά και με την φωνήν την ιδικήν του, να αποστρεφώμεθα μεν τον υπερήφανον και υπεροπτικόν πλούτον, την δε φιλάνθρωπον διάθεση και την συνδυασμένην με την αρετήν πτωχεία να την αγαπούμε, έτσι και τώρα για να κάμει ακόμη πιο αξιόπιστον την συμβουλή για το καλόν, τεκμηριώνει τον λόγον με πρακτικά υποδείγματα, και με μίαν διήγηση περιγράφει τον πλούσιον και τον πτωχόν. Μας παρουσιάζει την αγάπη του ενός προς τις τιμές και τις απολαύσεις, σε συνδυασμό με την τεθλιμμένην ζωήν του άλλου, αλλά και την κατάληξη που είχε ο καθένας, για να ερευνήσωμε σε ποίον από τους δύο αυτούς αντιθέτους τρόπους ζωής υπάρχει η αλήθεια, και να γίνωμε συνετοί κριταί του εαυτού μας.
«Άνθρωπός τις
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς Ε΄ Λουκᾶ, πλουσίου και φτωχοῦ Λαζάρου, Λκ. ις΄ 19-31
Εἶπεν ὁ Κύριος· ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν ᾿Αβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ ᾿Αβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. εἶπε δὲ ᾿Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. λέγει αὐτῷ ᾿Αβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ ᾿Αβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.
Εἰς τὸν πτωχὸν Λάζαρον καὶ τὸν πλούσιον
(Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, κεφ. ιστ΄, χωρία 19 έως 31)
[…] Ήταν, λέγει, κάποιος άνθρωπος πλούσιος, που ζούσε μέσα σε πολλή κακία, δεν είχε λάβει πείρα καμιάς συμφοράς, αλλά τα πάντα έρρεαν ομαλά γι΄ αυτόν όπως το νερό στις πηγές. Το ότι πράγματι καμία συμφορά δεν του συνέβαινε, ούτε αφορμή για στενοχώρια, ούτε καμία ανωμαλία βιωτική, αυτό ακριβώς ο Κύριος το υπαινίχτηκε με αυτό που είπε ότι «ευφραινόταν καθημερινά». Και ότι ζούσε με κακία, γίνεται φανερό και από το τέλος που είχε και πριν από το τέλος του από την περιφρόνηση που έδειξε στον φτωχό. Και το ότι δεν ελεούσε όχι μόνο εκείνον που στεκόταν στην πόρτα του, αλλά ούτε και κανένα άλλον, εκείνος ο ίδιος το έδειξε. Διότι εάν αυτόν που ήταν διαρκώς ριγμένος μπροστά στην πόρτα του και βρισκόταν μπροστά στα μάτια του κάθε ημέρα, και αναγκαζόταν μια και δύο και πολλές φορές να τον βλέπει εισερχόμενος και εξερχόμενος (καθόσον δεν τον συναντούσε σε καμιά συνοικία, ούτε βρισκόταν σε κρυφό και απόμερο τόπο, αλλά εκεί από όπου συνεχώς έμπαινε και έβγαινε ο πλούσιος και αναγκαζόταν έτσι και χωρίς να το θέλει να τον βλέπει), εάν λοιπόν αυτόν δεν ελέησε, που βρισκόταν κατάκοιτος σε τόσο φοβερό κατάντημα και ζούσε μέσα σε τόσο μεγάλη δυστυχία, ή καλύτερα που ταλαιπωριόταν σε όλη του τη ζωή από αρρώστια, και μάλιστα από πολύ φοβερή αρρώστια, για ποιον που θα τύχαινε να συναντήσει θα συγκινούνταν ποτέ; Διότι κι αν την προηγούμενη ημέρα τον προσπέρασε, την επόμενη φυσικό ήταν κάποια συγκίνηση να αισθανόταν· αλλά εάν και κατ΄αυτήν αδιαφόρησε, έπρεπε την τρίτη ή την τέταρτη ή την επόμενη οπωσδήποτε να λύγιζε συγκινούμενος, ακόμα κι αν ήταν αγριότερος από τα θηρία.
Όμως δεν αισθάνθηκε τίποτα παρόμοιο· […] πολλές φορές την ημέρα
Ἡ παραβολή τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
(Λουκ. ιστ’ 19-31)
Οι άνθρωποι αγωνίζονται για τα υπάρχοντά τους εδώ στη γη. Οι εξαντλητικοί και ανώφελοι διαπληκτισμοί τους δεν έχουν τέλος. Αχ, άνθρωποι! Πού ανήκετε; Είστε κοπάδι που μάχεστε για ένα βοσκοτόπι. Ο ιδιοκτήτης τόσο του κοπαδιού όσο και του λιβαδιού στέκεται και κοιτάζει με έκπληξη το κοπάδι του να διαπληκτίζεται για τη βοσκή του, όταν τόσο το κοπάδι όσο και η βοσκή ανήκουν σ’ εκείνον. Οι άνθρωποι θυμούνται πολλά πράγματα. Ένα μόνο πράγμα δε θυμούνται ποτέ, όσο συχνά και να τ’ ακούνε: πως έρχονται γυμνοί σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να κουβαλάνε τίποτα μαζί τους, και γυμνοί ξαναφεύγουν. Οι άνθρωποι μοιράζουν τη γη αυτή, αν και ποτέ σχεδόν δεν καταφέρνουν να το κάνουν σωστά. Προστατεύουν τα όρια της γης τους με τη ζωή τους. Και παρ’ όλα αυτά, τα σύνορα μετακινούνται. Το πιο φτηνό πράγμα συνήθως καταλήγει πολύ ακριβότερο. Οι άνθρωποι δε διαφωνούν σ’ αυτό, αλλά δίνουν στο τρομερό κόστος τα επίθετα «δικαιοσύνη» ή «πατριωτισμός» ή κάποιο άλλο βολικό όνομα. Το μόνο που δε λένε ποτέ, είναι πως συνιστά παραφροσύνη να πεθαίνουν πρόβατα για μια αγκαλιά χόρτα, όταν τα χόρτα είναι εκεί για να στηρίξουν τη ζωή, όχι για άλλο λόγο. Το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε τελευταία ανάλυση, είναι ζήτημα χόρτου. Όλα όσα τρώνε